Ο Π Ο Δ Η Λ Α Τ Η Σ, Τουρισμός στη κόλαση ή μετανάστευση;


Ο  Π Ο Δ Η Λ Α Τ Η Σ

“Ανέκδοτα” αλλά και δημοσιευμένα, καθημερινά αλλά διαχρονικά.

     Καταλήγει ένας μεσόκοπος άδοξα στον Παράδεισο. Ευχαριστημένος για την τύχη που   -τουλάχιστον- τον περίμενε στο τέλος του μακρινού περίπλου του απ’ τη ζωή. Αλλά στη βδομάδα βαριέται την ανία, τη σιωπή και την απραξία του περιβάλλοντος και γι’ αυτό  ζητάει θερμά από τους υπεύθυνους κάποια λύση.

     -Χρειάζομαι διασκέδαση, ευθυμία και δράση ζητάει με απληστία. Έχω ακούσει ότι ποιο κάτω στη κόλαση υπάρχουν όλα αυτά και περισσότερα.

    -Θες να σε στείλουμε για δυο βδομάδες να δεις, και μετά αποφασίζεις -του προτείνουν οι “άγγελοι” προστάτες πονηρά.

    -Αμέ.

Ταξιδεύει στην άλλη διάσταση όπου τον καλοδέχονται, τον περιποιούνται. Κρεβάτια με πούπουλα, γαστρονομία, ταξίδια, χοροί, ποτό και διασκέδαση. Ανεμελιά και απόλαυση, δίχως σταματημό. Αλλά ο χρόνος περνά γρήγορα και οι μέρες τελειώνουν ανελέητα.

     Γυρίζει στη βάση του ο τύπος σκυθρωπός και απογοητευμένος. Αντικρύζει πάλι την ίδια ανία, την ίδια κάλμα, και με τη μια παρουσιάζεται -αποφασισμένος- ξανά μπροστά στον υπεύθυνο.

     – Μου είναι αδύνατο να ζήσω εδώ μετά από όσα είδα στην άλλη μεριά, λέει αποφασιστικά. Θα σας παρακαλούσα να μου δώσετε την άδεια να πάω εκεί να ζήσω.

     – Ωραία! Αποφασίζουν οι παραδείσιοι. Αλλά δεν θα μπορέσεις να ξαναγυρίσεις εδώ ποτέ! (“Ένας λιγότερος σκέφτονται από μέσα τους”).

     -Ούτε λόγος, απαντάει εκείνος. Χαζός θα ‘μουνα.

     Παίρνει δρόμο, ξαναγυρνά στην κόλαση και χτυπά ξανά τη πόρτα της. Τον υποδέχεται τώρα ένας κερατοφόρος, -ο δήμιος του χώρου- με ανυπομονησία. Αλυσίδες, συρματοπλέγματα, τρίαινες που καμακίζουν. Φωτιές που καίνε τις σάρκες, οχιές που δηλητηριάζουν. Πείνα και κακουχία. Νοσταλγία, μοναξιά, απομόνωση, απελπισία.

     -Ε! Άκου κύριε. -Στριγγλίζει παραξενευμένος ο άνθρωπος μας, καθώς τον βασανίζουν. Εγώ ήρθα -πριν λίγο- για δυο βδομάδες και τα πέρασα τέλεια. Όσο ποτέ στη ζωή μου. Τι έγινε κι άλλαξε τόσο;

     -Ααα, δυστυχισμένε! Τι νόμιζες. Άλλο τουρισμός κι άλλο μετανάστευση!

     Ο βιοπαλαιστής που μου ιστορούσε αυτό το ανέκδοτο έφτιαχνε “churros”, ένα είδος λουκουμάδων -σε σχήμα σουτζουκιού- σε ένα κεντρικό δρόμο του ιστορικού κέντρου της Γενεύης. Είχε φτάσει εκεί όταν ήταν 12 χρόνων- τώρα πια σαρανταπεντάρης- με τους γονείς του, που γέροι πια είχαν γυρίσει στο ορεινό χωριουδάκι απ’ όπου είχαν αποδημήσει εδώ κι ένα σχεδόν αιώνα. Μια ιστορία που επαναλαμβάνεται εδώ και χιλιάδες χρόνια με αφετηρία τον μεγάλο κατακλυσμό του Δευκαλίωνα… και μέχρι σήμερα. Δεν υπάρχουν παράδεισοι -μου ‘λεγε ανασαίνοντας ασθματικά κάτω από την επίδραση του καμένου λαδιού-. Ούτε εδώ ούτε εκεί. Υπάρχουν μόνο στιγμές. Στιγμές ευτυχίας και στιγμές απογοήτευσης. Αλλά η ξενιτιά τις κάνει αδιάστατες. Όμως το ποιο μεγάλο λάθος είναι η άρνηση. Να πεις ότι δεν ξαναγυρίζω ποτέ! Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει πίσω από κάθε τοιχίο, από κάθε οθόνη, από κάθε πυκνό άγνωστο πλέγμα.

     Άφησα πίσω στο χρόνο αυτόν τον απροσδόκητο περιστασιακό φίλο, κάπου εκεί στα χίλια εννιακόσια ενενήντα δυο. Δεν ξέρω τίποτε άλλο για την τύχη του, την οικογένεια του ή την περιουσία που μπόρεσε να δημιουργήσει σε κείνη την προσωπική του κόλαση. Δεν έμαθα ποτέ αν γύρισε στο μικρή ορεινή γενέτειρα του. Αν έπαψε να ανασαίνει καμένο λάδι και να πλάθει σουτζουκάκια από χυλό λουκουμάδων. Αλλά γνώρισα άλλους σαν αυτόν. Εκπατρισμένους, ξεριζωμένους, μισεμένους στη διασπορά. Αμέτρητους, διαφορετικούς, φτωχούς, βολεμένους, μέχρι και πλούσιους. Αλλά σ’ όλους, αυτό που -με την πρώτη- ξεχώριζα ήταν το βλέμμα τους. Βλέμμα που ξεχείλιζε πεθυμιά και πόθο για την επιστροφή στα πάτρια, όσο κι αν προσπαθούσαν με λόγια ή χειρονομίες να το αρνηθούν. Όσο και αν ο τόπος τους κάποια φορά, μπορεί, -συναιρώντας τον μεγάλο μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη-, και να τους είχε πράγματι -αθέλητα- πληγώσει…

         …Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει… 

         …καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε… 

         …Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει… 

          …Ο άνθρωπος που είδα σήμερα δέχουνταν το χέρι του γέρο φωτογράφου

             να του στρώνει τις ρυτίδες που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του

            όλα τα πετεινά τ’ ουρανού…

Κι ετσι…

          …Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…

                                                                                        Γ. “Γιώργος Σεφέρης”.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αιχμή την πέμπτη 14 Σεπτέμβρη 2017

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.