Ραψωδία VII. ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ… ΑΣΩΤΟΥ! “Από τις Οινιάδες στις Εχινάδες”


                                     ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ… ΑΣΩΤΟΥ!

“Από τις Οινιάδες στις Εχινάδες”

           Κάθε ξημέρωμα, -τα σαββατόβραδα-, ιδιαίτερα όταν έπιανε η άνοιξη, διαβαίνοντας  τη ξεχαρβαλωμένη γέφυρα, το μάτι σου πήγαινε με μιας σε μια σειρά ξαπλωμένα πόδια που ξεπρόβαλαν κρεμασμένα απ’ το περβάζι και έφταναν μέχρι τη μέση του οδοστρώματος προκλητικά, και κάθε που εμφανιζόταν κάποιο αμάξι στην αρχή της περατζάδας, ανασηκώνονταν τόσο συγχρονισμένα, σημαδεύοντας τον ουρανό σαν τουφέκια εκτελεστικού αποσπάσματος, που φόβιζαν τον οδηγό και τον έκαναν να τραβηχτεί προς το απέναντι πεζούλι με τέτοια λαχτάρα, που θαρρούσες ότι θα ‘κανε βουτιά στα ανυποψίαστα νερά του Αχελώου. Σε κάθε απόπειρα “αυτοκτονίας” ακολουθούσαν τρανταχτά γέλια για το κατόρθωμα και μια τζούρα απ’ το καραφάκι, που φρόντιζε ο Χρήστος να μη λείπει ποτέ από τις μεσονύκτιες κατανύξεις!

      Ανάμεσα από τις τεμπέλικες κνήμες, πλάγιαζε ένα κασετόφωνο της εποχής με μελετημένη μουσική. Μια με νότες χαρούμενες και μια νοσταλγικές που χόρευαν συγχρονισμένες με τα κύματα που σιγά σιγά τραβούσαν το δρόμο τους ως τις εκβολές, φορτωμένα κάθε νύχτα σαββατόβραδου με μια μικρή ιστορία που ο “φιλόσοφος” της παρέας κατόρθωνε να τους  πασάρει.

     Ο Άρης, Ο Νίκος, Ο Βάσος, -ακροατές και θύτες της παράστασης-, χάνονταν ανάμεσα στις τούφες από το σκέτο Σαντέ, καθώς ο Χρήστος στέγνωνε τη τελευταία σταγόνα “Πλωμαρίου”, κι ο Πίπης,-αποκαλούμενος χαϊδευτικά απ’ όλους “o Άσωτος”-, άναβε το φιτίλι της περιέργειας.

     – Που να βγάζουν τελικά αυτά τα κύματα…

     – Που αλλού; Στη θάλασσα, στο δέλτα, κι ύστερα μέχρι την Κεφαλονιά. Τί θες να πεις;

     – Όχι λέω, τι θα’χουν δει τα μάτια τους, ο λόγος του λέγειν, τόσους αιώνες και τί θα μπορούσαν να μας διηγηθούν…! Καλά τα λέω … ;

     Κι έσπρωχνε το κεφάλι, τετραγωνικό και σπουδαίων διαστάσεων, ανάμεσα από τα μπράτσα να το προστατεύσει πριν του πέσουν βροχή οι καρπαζιές σε συναυλία ήχων.

      Εκεί σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο έβρισκε ευκαιρία ο “διανοούμενος”, ξερόβηχε δυό τρείς φορές με σημασία -για να τραβήξει την προσοχή της παρέας- και άρχιζε ένα μονόλογο, ασυντόνιστο στην αρχή, βεβιασμένο και διακεκομμένο που σιγά σιγά εύρισκε τη ρίμα του και κατέληγε πάντα, μετά από μια μικρή σιωπή, με μια φράση επιτάφια με σπουδαίο ηθικό δίδαγμα, όπως τον πείραζε ο Βάσος.

     – Καλά τα λέει ο Άσωτος βρέ! Αλλά με το δικό του τρόπο. Δεν χρειάζεται γιουχάισμα. Να σας πω εγώ μια ιστορία για αυτά τα κύματα να περάσει κι η ώρα; Θα φλιπάρετε!

     – Άρχισε εσύ και γω θα προσθέσω το επιμύθιο! Έδινε την έγκριση του με στόμφο ο Πίπης μιμούμενος καταπληκτικά τον κωμωδοποιό και φίλτατο κοντογείτονα, Μικέ

     -Ένα κύμα απ’ αυτά που τώρα ακούτε το μουρμουρητό του, να πούμε καλύτερα ο  μακρινός του πρόγονος , έφτασε μέχρι το δέλτα του ποταμού στις επτά του Οκτώβρη του χίλια πεντακόσια εβδομήντα ένα, στις έντεκα το πρωί και έγινε βουβός θεατής της μεγαλύτερης ναυμαχίας που είχε γίνει ποτέ σ’ αυτή τη μεριά της Μεσογείου. Της ναυμαχίας των Εχινάδων !

     – Εγώ δεν άκουσα ποτέ για μια τέτοια ναυμαχία, απόρησε ο Χρήστος, ξύνοντας τη γκλάβα με το μικρό δάχτυλο, μιμούμενος με τη σειρά του τον Πίπη.

     – Σίγουρα την άκουσες αλλά με άλλο όνομα. Έμεινε χαραγμένη στην ιστορία σαν μάχη της Ναυπάκτου, ένα ιστορικό λάθος που ποτέ κανένας δεν κατόρθωσε να μετατρέψει. Πολλοί διαφώνησαν, αντέδρασαν, αλλά δυστυχώς οι διοικούντες μας δεν το έλαβαν ποτέ σαν πρόκληση, δεν πάλεψαν το δίκιο τους, ούτε και τώρα τους ενδιαφέρει, να αποδώσουν στο καίσαρα τα του καίσαρα, και να διορθωθεί για πάντοτε μιά από τις μεγαλύτερες ιστορικές αδικίες.  Αλλά συνεχίζουμε και μετά αν θέλετε παίρνουμε το δρόμο και του κάνουμε μια καντάδα νυχτερινή του πρόεδρου  ζητώντας δικαιοσύνη…

     Εκειό το κύμα -θολερό, σγουρό και τρομαγμένο-, στάθηκε αποσταμένο στα κοραλλένια ύφαλα ενός μικρού νησιού -που ‘μοιάζε σαν ιππόκαμπο- και εμείς τη ξέρουμε  σαν την Οξυά του Μεσολογγίου -κι ας ανήκει στο δήμο της Ιθάκης-, κι αντίκρισε ατάραχο πάνω στη “Μαρκησία” ένα αναμαλλιασμένο Θερβάντες, θύμα του πυρετού και της αρρώστιας να μάχεται με ένα τσούρμο από Τουρκαλάδες κι Αλγερινούς μιά ξεγυμνώνοντας τη σπάθα, μιά γεμίζοντας την αρκαμπούζα του, και με τα ίδια, αδειάζοντας την στα στήθια του γενίτσαρου που’ χε ενάντιά του. Αλλά μπαμπέσικα ο τούρκος καπουτάνος του μήνυσε δυο μπαταριές στο στήθος κι άλλη μιά που του ’σχισε το χέρι πέρα ως πέρα…

     – Ναι το ‘χω διαβάσει! Αλλά -τελικά- δεν χάθηκε, δεν έμεινε κουλός, αλλά “αγκυλωμένος”!! Πετάχτηκε θριαμβευτικά ο Πίπης στον ίδιο ρυθμό.

     – Άσωτε! Τσιμτιά!

      Ο διανοούμενος έκρυψε έτσι έκθαμβος την έκπληξη του για τέτοια γνώση, κρυμμένη στον ποιό ανεκδιήγητο της παρέας και συνέχισε, -με μάτια που πάσχιζε να συγκρατήσει, βουρκωμένα-, με ποιό δυνατή φωνή, -σχεδόν τραγουδιστά-, για να μη νιώσουν οι άλλοι την τρυφερότητα που έκρυβε βαθιά μέσα του για τον “Άσωτο”, αλλά και για όλους τους άλλους φίλους, εκείνους τους ανέμελους τύπους  που αποτελούσαν τη δεύτερη οικογένεια του.

     – Τι διάβολο έκανε ο Θερβάντες ανεβασμένος σε κείνη τη Γαλέρα, βαρώντας κουμπουριές; Έκανε τον ανήξερο ο Άρης.

     – Ο Θερβάντες ήταν Ισπανός όπως ξέρετε. Κι ο αρχιναύαρχος του χριστιανικού στόλου ήταν ο Δον Χουάν της Αυστρίας. Νόθος αδελφός του Φιλίππου που κυβερνούσε στην Ισπανία. Κι οι δυο τους ήταν γιοί του αυτοκράτορα Καρόλου. Πέρα από τον πατριωτισμό όμως ποιο πολύ, επιζητούσε τις μάχες, είτε από επαγγελματική περιέργεια, είτε οπό γήινες απογοητεύσεις όπως ο ίδιος έλεγε. Εδώ βρέθηκε  από μια  απλή συγκυρία από ένα ασυγχώρητο σφάλμα του Μαρκαντώνιο Κολόννα. Αλλά γι’ αυτό μιλούμε μια άλλη μέρα… στο θέμα μας!

     Για μια φορά ακόμα η Παπική εξουσία είχε ζητήσει και κατορθώσει να ενώσει κάτω από παρακάλια και φοβέρες -ότι οι Τούρκοι θα κυριαρχούσαν τάχα σε όλη την μεσόγειο-, μεγάλες δυνάμεις χριστιανών συμμάχων κάτω από την αρχηγία του Δον Χουάν που μόλις συμπλήρωνε τότε τα είκοστέσσερα. Από τη μεριά των Βενετών, αρχηγός ήταν ο Βενιέρος. Ο Κολόννα κυβερνούσε τις δυνάμεις του Πάπα, και ακολουθούσαν ο Χουάν Ανδρέα Ντόρια, ο Μπαρβαρίγο, ο Άλβαρο ντε Βαζάν… Ο Καπουτάν Πασάς από τη μεριά των Τούρκων, ο Σιρόκο Πασάς για τους Αιγύπτιους, ο Καρά Μπατσί της Καραμανίας ακολουθουσε… Αρχιναύαρχος ο Αλί Πασάς, προγενέστερος του γνωστού μας απ τή κυρα Βασιλική … Αλλά εγώ δεν άρχισα να σας διηγούμαι για να σας γεμίσω με νούμερα και ονόματα το κεφάλι. Αν με ακούστε λίγο προσεκτικά, θα εκπλαγείτε από το τέλος της ιστορίας. Μια ιστορία πάθους περιπέτειας και έρωτα. Μόνο που πριν ήθελα να επαναλάβω ξεκάθαρα τη γνώμη μου,  ότι αυτή τη σπουδαία ναυμαχία έπρεπε να την έχουν ονομάσει με περικεφαλαία ως η Ναυμαχία των Εχινάδων, κι όχι της Ναυπάκτου. Αν δεν σας πλήττει η θεωρία μου να συνεχίσω…

     Έγινε σιωπή και μόνο ο Βάσος σαν να έδινε τον ψήφο του για όλους, έξυσε τη μύτη και χασμουρήθηκε…

     – Φέρε μου φωτιά για ένα άφιλτρο κι ακούμε.

     – Δώστε βάση… Οι συμμαχικές Γαλέρες, -πάνω από διακόσιες-, είχαν αρχίσει σιγά σιγά να κατεβαίνουν -λίγους μήνες πριν- από τα παράλια του Ιονίου, μετά από την επιθεώρηση και τον απόπλου τους από τη Μεσσίνα. Πρώτα στάθηκαν στη Γουμένιτσα, μετά στα παράλια της Πρέβεζας, στη Πάργα, ώσπου κατέληξαν για να τελειώσουν την προετοιμασία τους στον όρμο της Πυλάρου, στη Κεφαλλονιά. Οι Τουρκικές δυνάμεις ήταν προετοιμασμένες και περίμεναν στην Ναύπακτο. Στις έξη του οκτώβρη, έβαλαν πλώρη για τη μπούκα του πατραϊκού κόλπου και διανυκτέρευσαν στην παραλία της αρχαίας Καλυδώνας.

     – Δηλαδή, επικράτεια Αιτωλίας, δημοτικό διαμέρισμα Μεσολογγίου! Συμπλήρωσε με νόημα ο Άρης.

     – Ακριβώς! Από εδώ και πέρα θα μιλάμε πλέον για τα νερά της περιοχής μας. Το αγκυροβόλιο της Ναυπάκτου, θα αναφερθεί ξανά, όταν ελάχιστες τουρκικές γαλέρες μετά τον όλεθρο, κατάφεραν να επιστρέψουν στο ορμητήριο τους, όπου οι ίδιοι ηττημένοι τις πυρπόλησαν και βύθισαν για να μην χρησιμοποιηθούν από τους νικητές. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ονομάσθηκε έτσι η ναυμαχία, γιατί εκείνα τα χρόνια ο όρμος ήταν γνωστός σαν όρμος της Ναυπάκτου. Ούτε σαν Κορινθιακός ούτε σαν Πατραϊκός. Αλλά εγώ σας λέω ότι ο περιηγητής Πέρο Ταφούρ, πάνω από ένα αιώνα πριν, αναφέρει -το χίλια τετρακόσια τριάντα πέντε- τον “Golfo di Patrasso” σαν συνέχεια του αρχαίου Κρισσαίου κόλπου…

     – Υπάρχουν άλλα τεκμήρια; Απόρησε ομόφωνα η παρέα.

      – Τεκμήρια; Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη ροή της ιστορίας! Ποιοί είμαστε; Αλλά μπορούμε να κάνουμε παράλληλα όσες προσπάθειες, ώστε να αναγνωριστεί και να αποκατασταθεί η πραγματικότητα. Να πεισθούν όλοι, εμείς πρώτοι, ότι αυτή είναι η ναυμαχία μας. Η ναυμαχία των Εχινάδων κι όχι της Λεπάντο. Απλό…

 Αφού πήρε μια βαθειά ανάσα κι άναψε ένα τσιγάρο, εκνευρισμένος ο αφηγητής συνέχισε.

     – Θα μας πάρει ξημέρωμα, και δεν θα με αφήσετε να τελειώσω με το σενάριο, αλλά θα σας κάνω το χατίρι να σας πω ότι ξέρω . Αύριο θα σας φέρω χάρτες της εποχής, όπου μπορείτε να δείτε την παράταξη των δυνάμεων των δυό στόλων. Ο ένας, κατά μήκος του τόξου που ανοίγεται από το δέλτα ως τον Άραξο, μπροστά ακριβώς από το νησάκι Οξιά και στο ύψος της χερσονήσου Σκρόφας. Οι τούρκοι σε πολλά τους έγγραφα αναφέρουν την Πούντα Σκρόφα ως τον “ματωμένο κάβο”. Ο εχθρικός στόλος ,απέναντι του σε παράλληλη σειρά,  ακριβώς στο έβγα του Πατραϊκού και δεκαπέντε μίλια από την έξοδο του. Τόσο πριν τη μάχη όσο και μετά το πέρας ο συμμαχικός στόλος προετοιμάζεται στην απανεμιά του νησιού Πεταλά που όλοι το’χουμε για δικό μας αν και είναι του μοναστηριού και υπάγεται στο νομό της Κεφαλλονιάς. Η Σκροφοπούλα που προστατεύει τη πτέρυγα των Ενετών του Βενιέρου σε όλη τη ναυμαχία, ανήκει στη Παραχελωίτιδα… Κανένα από τα βραχονήσια που αγκάλιασαν τους δυο εχτρούς δεν είναι στον κόλπο του Λεπάντου ούτε κι ανήκει σε αυτόν. Στα Ενετικά χρονικά, αναφέρεται από πολλούς η ναυμαχία των Εχινάδων και απ’ άλλους ως των νήσων Κουρτζολάρι. Έτσι λέγαν οι Ενετοί τα νησιά μας κι όλοι σας θα ‘χετε ακούσει απ’ τους δικούς σας, να αναφέρουν τον Κοτσιλάρη. Ο ίδιος ο Lope de Vega τα αναφέρει έτσι ακριβώς σε επικό του ποίημα προς τη μεγάλη ναυμαχία. Είναι κρίμα από ένα μεμονωμένο λάθος των χρονικών της Βενετίας να διαστραφεί η αλήθεια.

   – Ποιος είχε αυτή τη λαμπρή ιδέα να δώσει το όνομα μιας πόλης που απέχει εξήντα μίλια δρόμο, στη ναυμαχία; – γκρίνιαξε για πρώτη φορά ο Νίκος.

     Στο ίδιο επιμένει και ο σύγχρονος της ναυμαχίας, -ένας δαλματός χαράκτης- ο Μαρτίνους Ρότα, σε μια γκραβούρα του χίλια πεντακόσια εβδομήντα δυο που έγραφε: “Navalis Victoriae exemplar, qua Nonis Octobris ad scopulos Echinadum in Jonio, no longe ab oppido Naupacto…. “. Πως πάνε τα λατινικά σας;

      Όλοι, με μια αυθόρμητη κίνηση έστρεψαν το βλέμμα στον ατάραγο Άρη.

     -Τι είναι Τι κοιτάτε έτσι γουρλομάτικα, αντιγύρισε το βλέμμα ο δακτυλοδεικτούμενος, κι επειδή κανένας δεν έδωσε ούτε σημασία στη τάχα αγνωσία του, συνέχισε φλεγματικά σαν να ‘θελε να τον αφήσουν ήσυχο στο νυχτερινό ρεμβασμό του… “ Η παραδειγματική θαλάσσια νίκη που έλαβε χώρα στις βραχονησίδες Εχινάδες, όχι πολύ μακριά…No longe,  από τη πόλη της Ναυπάκτου! ”

     – Μέχρι εδώ, η κατήχηση,  επανέρχομαι …

          Παραμονή της μάχης κι έπλεαν οι σύμμαχοι, ρούμπο στο μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος τον Πεταλά. Πέτελα τον έλεγαν ορισμένοι. Την προηγούμενη είχαν βρεθεί μπροστά σε ένα μικρό ψαράδικο καΐκι από το Μεσολόγγι που είχε ξεφύγει με πονηριά από το μπλόκο του Καρά Χότζα και είχε μετρήσει ένα προς ένα τα πλεούμενα των αλλοθρήσκων.

     – Πάρτε με μαζί σας, να σας πω ότι θέλετε μεγαλειότατε. –Είπε με θάρρος ο ποιό νεαρός ψαράς, ανεβασμένος στην πλώρη και βγάζοντας το ψάθινο καπέλο του σε υπόκλιση.

     Ο νεαρός πρίγκιπας χαμογέλασε για το θράσος του Έλληνα. Έστειλε να τον φέρουν μπροστά του και τον έβαλε να σταθεί δίπλα του.

     – Λοιπόν; Του ’κλεισε το μάτι, κοιτάζοντας τον λοξά.

     – Θέλω μια αρκαμπούζα και μια δάγα, κι ύστερα σας τα λέω όλα, άπλωσε το χέρι του με αυτοπεποίθηση ο νεαρός. Ήξερε καλά τα βενετσιάνικα και τα κατάφερνε κουτσά στραβά με τα λατινικά αν και οι γκριμάτσες του δεν άφηναν περιθώρια αμφιβολίας για γραμματικές παρεξηγήσεις.

      Ο Ντον Χουάν έγινε φουριόζος και πήγε να διατάξει τους φάντηδες να τον ξυλοκοπήσουν, αλλά με μιας το μετάνιωσε κι ένιωσε μια συντροφική τρυφερότητα για κείνο το παλικάρι που λίγο πολύ είχε τα δικά του χρόνια. Μπορεί και κάτι παραπάνω. Γύρισε στον υπαρχηγό του…

     – Να του δώσουν αυτά που θέλει.

Πήρε ο ψαράς το σπαθί και το τουφέκι, κάθισε σταυρωτά σ’ ένα κόρκωμα σχοινί κι άρχισε να εξιστορεί ,πως πέρασε ανάμεσα στις τούρκικες γαλέρες, πως ξέφυγε από μια μπαταριά φρεγάτας, που είδε κατάφατσα τον Ουλούκ Αλή τον αλγερινό πασά, και τον κορόιδεψαν σμικραίνοντας το μέγεθος της συμμαχικής δύναμης, πως …

     – Μπάστα! τον έκοψε ο Ναύαρχος. Άντε,δώστε του κάτι να φάει και να ξεκουραστεί.

      Είχε κρατήσει αυτό που το ενδιέφερε και ήξερε πλέον πως οι Τουρκικές δυνάμεις ήταν μια η άλλη με τις δικές του, αν και αμφέβαλε αν ο τούρκος “bajá” είχε ξεγελαστεί με τις φάλτσες πληροφορίες του Ρωμιού. Και πάνω απ όλα συμπέρανε ότι  δεν είχαν σωστή επάνδρωση, ούτε βαρύ οπλισμό και στερούνταν από μεγάλες ναυαρχίδες όπως οι δικές τους Γαλεάτσες.

      Όταν αγκυροβόλησαν στον όρμο του Πεταλά για να προετοιμάσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες είχε αρχίσει να πέφτει το σούρουπο. Ένας αχνός φωτεινός δίσκος έγερνε λαγγεμένος ανάμεσα στα βραχονήσια για να χαθεί όπως χάνεται κάθε ηλιοβασίλεμα παρασέρνοντας τον Αχελώο, πίσω απ’ τη μελανή καμπύλη του Αίνου.

     Ο Ντον Χουάν στεκόταν όρθιος στη πλώρη της βασιλικής γαλέρας και έδινε θάρρος στους πολεμιστές, κρατώντας ένα τεράστιο λάβαρο, μ’ ένα σταυρό, στο χέρι. Δίπλα του στην ίδια ευθεία, ακουμπισμένος σε ένα τεράστιο για το μπόι του σπαθί ο ακόλουθος του, μια εύθραυστη  φιγούρα κρυμμένη πίσω από μια τεράστια πανοπλία κι ένα ελάχιστο κράνος απ’ όπου ξεπρόβαλαν φωτεινά, δυο μαύρα, κατάμαυρα μάτια.

     Η γαλέρα La Real, ξεγλιστρούσε σιωπηλά στα ήσυχα νερά του Ιονίου ακολουθώντας στη σιωπή τους, μύριους πολεμιστές που’ χανε τάξει κάθε ένας ξεχωριστά στην Μαντόνα του, να φέρουν στο δόρυ τους καρφωμένο, το άπιστο κεφάλι του Αλή και να το κάνουν πεσκέσι στον νεαρό τους στρατηλάτη.

     Πριν αφήσει η Ναυαρχίδα την άγκυρα να βυθιστεί αργά στα σκούρα νερά, ένας ναύτης έφτασε αναμαλλιασμένος και παίρνοντας βαθιά ανάσα ξεφώνισε.

    – Μοτίν! Κύριε μου. Ανταρσία. Στην αριστερή πτέρυγα. Είδα τέσσερα κορμιά κρεμασμένα από το άλμπουρο. Τέσσερις απ’ τους δικούς μας…

    – Ο Βενιέρος! Μαλντίτα σέα. –Πρόφερε την αγαπημένη του βρισιά  γυρίζοντας οργισμένος προς το μαντατοφόρο και δαγκώνοντας τα χείλη του ώσπου να ματώσουν άδραξε απ τον ώμο τον μικρόσωμο σύνοδο του… Βαρκελονές, τρέξε, δες τι έγινε και γύρνα αμέσως. Μην αργοπορήσεις! Χάθηκες.

     Ο μισθοφόρος εξαφανίστηκε σαν ξωτικό στη σκιά. Κατάφερε να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στους οπλοφόρους που είχαν μαζευτεί τριγύρω από τον αφέντη τους μόλις άκουσαν τα μαντάτα, σαλτάρισε στη κωπήλατη βάρκα παρασέρνοντας μαζί δυο τρεις επιστρατευμένους ντόπιους και τους έδειξε με το χέρι προς το ανήλιαγο βράχο του Βρόμωνα που ξεχώριζε θαμπά ανάμεσα από τα κατάρτια της “Μαρκησίας”. Όταν καλμάρισε λίγο και πήγε να αμολήσει τη μπαρούμα, αντιλήφθηκε δίπλα του θρονιασμένο, με την αρκαμπούζa στην αγκαλιά του σαν μωρό, τον Γραικό ψαρά.

    – Εσύ; Τι θες εδώ;

    Ο νεαρός άνοιξε τα χέρια σαν να ‘θελε να ανοίξει την καρδιά του.

    – Δεν χρειάζεται να πάμε ως τις Βενετσιάνικες γαλέρες του φώναξε για να τον ακούσει μες το σαματά. Μου το ‘πανε κάτι Ρεθύμνιοι λαμνοκόποι. Είναι δουλειά του Βενιέρου. Εγώ ξέρω τι έγινε. Εγώ μπορώ να στα εξηγήσω όλα, κι έτσι δεν κινδυνεύεις να πάθεις κι εσύ τα ίδια ξέσπασε μες από τρανταχτά γέλια. Ο τρελόγερος Βενετσιάνος είναι έξαλλος. Ναύτες  Ναπολιτάνοι και Τοσκανοί  ξεσηκωθήκανε πα’ στο κρητικό “navío” με τα όνομα  “Αρματωμένος” και παρέσυραν και άλλους αξιωματικούς δικούς σας .Ήρθανε στα χέρια με μια γαλέρα Βενετσιάνικη. Ούτε που στάθηκε να δει τι έγινε. Ποιός είχε δίκιο. Τους κρέμασε και τους τέσσερις στο μεσαίο άλμπουρο. Ένα Σπανιόλο από σπουδαία οικογένεια  και το καπιτάνο από τη Φλωρεντία Μούσιο ντε Κορτόνα. Κάποιος είπε ότι την άλλη φορά λίγο έλειψε να πετάξει στη θάλασσα τον ίδιο Αντρέα Ντόρια! Εγώ το είπα είναι τρελός για δέσιμο. Έλα πάμε να το πούμε στο Δον Χουάν. Μη χάνουμε χρόνο.

     Μέχρι να γυρίσουν στη ναυαρχίδα είχαν μάθει κι από τις άλλες ισπανικές γαλέρες, του Άλβαρο ντε Μπαζάν, που είχαν αγκυροβολήσει ανάμεσα τους, ολόκληρη την ιστορία. Με φωνή αλαφιασμένη και παρεμβαίνοντας πότε ο ένας πότε ο άλλος, εξιστόρησαν στον ανώτερο τους όλα τα συμβάντα όπως ακριβώς τα είχαν αφουγκραστεί.

     -Μαντατοφόρε! Ύψωσε τη φωνή ο Αυστριακός σαν πήρε τα μαντάτα. Πάρε αυτή την εντολή και πήγαινε τη στον Κολόννα, τον Ντόρια, το Κιρίνι, τον Καρδόνα κι όλους τους άλλους αρχηγούς. Στον ίδιο  το Βενιέρο. Πες του ότι χάρη της μέρας που μας ξημερώνει και τη Σάντα Μαρία ντε Ροζάριο, δεν τον πληρώνω με το ίδιο νόμισμα, αλλιώς…! Και πες του ότι τη θέση του στην ιεραρχία τη παίρνει από σήμερα ο βοηθός του ο Μπαρμπαρίγο. Κι αν θέλει ας μείνει να πολεμήσει σαν παλικάρι, αν όχι ας γυρίσει μόνος του, με τη ντροπή του, στη Βενετία.

     Ο Βενιέρος μπορεί να’ τανε σκληρός και βίαιος αλλά δεν ήτανε δειλός. Έκανε την καρδιά του πέτρα κι έμεινε στο πόστο του σαν απλός πολεμιστής. Κι όχι μόνο. Αργότερα θα φανεί πως χάρη σ αυτόν τη μέρα της μεγάλης μάχης, αναχαίτισαν οι σύμμαχοι τις γαλέρες των αιγυπτίων όταν τους πλαγιοκόπησαν από τη μέσα μεριά της σκροφοπούλας…

          -Κοιμάστε βρέ; Αν είναι έτσι να τ’αφήσω. Δώσε μια τζούρα, Νίκο, μου τέλειωσε το πακέτο.

    – Τι λες ,τώρα που φτάσαμε στο καλύτερο, χασκογέλασε με ειρωνεία ο Πίπης.  Αλλά πες μας. Αυτή ήταν η έκπληξη;

    – Ούτε κατά διάνοια. Τι λες; Όλα αυτά τα ξέρουν μέχρι κι οι κότες. Είναι κοινή ιστορία!  Αλλού είναι το μυστικό, ακούστε…. Ο ψαράς, που ήταν ένα όμορφο παλικάρι αλλά και πολύ έξυπνος είχε ναυτολογηθεί σε κείνο το καΐκι για να μη πέσει στα χέρια των Οθωμανών  που μάζευαν εθελοντές, για να τους βάλουν να πολεμήσουν στις γαλέρες τους, απέναντι στους Βενετσιάνους και τους Ισπανούς. Όσους αρνιόντουσαν τους έπιαναν αιχμάλωτους και τους έστελναν με το ζόρι στις γαλέρες σαν κωπηλάτες κάτω από το φόβο του βούρδουλα.  Πριν ήτανε Μαέσε, δάσκαλος δηλαδή, στη βενετσιάνικη Κεφαλλονιά, και ερχόταν όταν μπορούσε να επισκεφτεί την οικογένεια του που όλοι μικροί μεγάλοι δούλευαν στο κάμπο, μισθωτοί σ’ ένα μεγάλο “Κουλέ”, -αρχοντικό-, στην όχθη του Αχελώου, που απ ότι λέγαν οι παλιοί ήτανε μεροβίγλι στο πέρασμα του ποταμού. Αυτόν τον πύργο είχε αρχίσει να κτίζει η “δουκέσα” Θεοδώρα Πετραλείφη πολύ κοντά σ’ ένα πέτρινο ξωκλήσι για να πηγαίνει να ξεκουράζεται και να προσεύχεται. Μετά από χρόνια κάποιος άλλος άρχοντας απ’ το δουκάτο της Ηπείρου αποτέλειωσε το κτίσμα και έδινε δουλειά στα χωράφια σ’ όσους αγρότες τις περιοχής μπορούσε… Άμα σηκωθείς απ’ το κώλο σου Πίπι, θα δεις να ξεχωρίζει πάνω απ τις λεύκες η κορυφή του. Αυτό το ερειπωμένο σκέλεθρο, αυτό το κουφάρι γιομάτο τσουκνίδες κι αγριόχορτα -“Η κoύλια μας”-, είναι ο πύργος της ιστορίας μας και το εκκλησάκι είναι ακριβώς αυτό που φαντάζεστε… το παλιό δημοτικό σχολείο! Στους αφεντάδες αυτηνής της Κούλιας -του βγήκε το “κεφαλλονίτικο”- δούλευαν οι συγγενείς του ήρωα μας και με τη βοήθεια τους μπόρεσε να βρει αυτή την απασχόληση στο  μεσολογγίτικο καΐκι…

     Στο μεταξύ, η αναταραχή τελείωσε όπως είχε προβλέψει ο Δόν Χουάν. Ηρέμησαν τα πνεύματα και σιγά, σιγά πέφτοντας το σούρουπο, έπεφταν και τα ματόκλαδα βαριά πάνω στα κουρασμένα μάτια. Έτσι από ευχάριστη σύμπτωση είχε μισοπλαγιάσει κι ο νεαρός μας, δίπλα στον μικρόσωμο ακόλουθο του πρίγκιπα και με το μάτι μισάνοιχτο προσπαθούσε να μαντέψει, τι έκρυβε πίσω του κείνο το μαντήλι που του κάλυπτε διακριτικά το πρόσωπο. Είχε βγάλει το δίχτυνο περιτραχήλιο και το μεταλλικό προσωπείο πλέγματος που φορούσε όλη τη μέρα και το ’χε ακουμπήσει προσεκτικά δίπλα στο τεράστιο σπαθί. Ο νεαρός αναστέναξε χωρίς ιδιαίτερο λόγο κι άλλαξε θέση αγγίζοντας αθέλητα με το μάγουλο το απλωμένο μπράτσο του πολεμιστή. Ένα ρίγος παράξενο, ζεστό ταυτόχρονα και κρύο, άνθισε στο πρόσωπο του και κατρακύλησε ως τα ακροδάχτυλα διατρέχοντας το κορμί του από πάνω ως κάτω.

    -¿Estás Despierto? –ψιθύρισε ο άγνωστος γείτονας.

    -Δεν καταλαβαίνω, –απάντησε εκείνος με έκπληξη, συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν ο μόνος που πάλευε με την αγρύπνια.

    -¿ Sonno?

   -Δεν ήθελα να σ’ ενοχλήσω, –απάντησε αυτός χωρίς να ξέρει αν τον καταλάβαινε.

    – Είμαι πολύ ανήσυχος, –άρχισε να μονολογεί , κι ενώ προσπαθούσε να τοποθετήσει το μεταλλικό πλέγμα πάνω απ´ το μαντήλι, …εδώ, στη διπλανή γαλέρα, πάνε λίγες μέρες, καίγεται στο πυρετό ο ποιό λατρευτός από τους φίλους μου, κι είναι τόσο ξεροκέφαλος που θέλει σώνει και καλά ν’ ανέβει στο κατάστρωμα να πολεμήσει τον άπιστο κι ας χάσει τη ζωή του… Πάνε δυο μέρες που δεν τον βλέπω και δεν ξέρω ακόμα αν ζει η αν πεθαίνει. Πόσο θα ‘θέλα να ξέρω για την υγεία του, μα ξημερώνει κι αύριο μας περιμένει η ποιο μεγάλη μάχη της αιωνιότητας… δεν ξέρω τι να κάνω;

      Άνοιξε το στόμα να πει κάτι, να απαντήσει σ αυτά που νόμισε ότι κατάλαβε κουτσά στραβά αλλά δεν βγήκε απ´ το στόμα του παρά ένας ακόμα αναστεναγμός. Ξαφνικά ένοιωσε μια δύναμη να τον τραβά προς τα πάνω και κατάλαβε ότι κάποιος τον είχε αρπάξει με απελπισία απ´ το μανίκι του γιλέκου και τον έσερνε προς τη κουπαστή.

     -Έρχεσαι μαζί μου, σε παρακαλώ; Θέλω να γνωρίσεις αυτόν που σου μιλώ. “Veni mecum!”

     – Τέτοια ώρα; – απόρησε μουτρώνοντας–. Γιατί δεν μου ‘πες ότι μιλάς λατινικά;

     – Σώπα και ακολούθα με. Αλλιώς “clauditis ore tuo!”

     Έφτασαν σιωπηλά μέχρι τη πασαρέλα που ήταν το εσκιφε , το κατέβασαν μαϊνάροντας σιγά σιγα τη μπαρούμα κι ύστερα γλιστρώντας απ´το κομποδιασμένο σκοινί πού ’χαν δέσει στα ξύλινα σκαλισμένα ρέλια, ακούμπησαν χωρίς θόρυβο στο κουφάρι της βάρκας κι αφέθηκαν να ξαπλωθούν ανάσκελα κατά μήκος του μικρού πλεούμενου.

     Άρχισαν να κωπηλατούν αθόρυβα βοηθούμενος κι απ τον νοτιά που χε αρχίσει να φυσάει με δύναμη. Σε λίγα λεπτά έφτασαν στο πλάι της “Μαρκησίας”, πέταξαν  το σχοινί στην κουπαστή της γαλέρας κι ο μικροσκοπικός άνδρας με τις δυο παλάμες σε σχήμα κοχυλιού, σφύριξε  μια σύντομη μελωδία που βούιξε ανακατωμένη με τον αέρα, σαν η φωνή της Κίρκης πλανεύοντας τον Οδυσσέα. Από πάνω, το καρτέρι, απάντησε με μια κάκιστη αντιγραφή στον ίδιο σκοπό και τράβηξε με νόημα το σχοινί, δένοντας το στο σκαλισμένο μαρκούτσι. Την ίδια στιγμή, μια κακοφτιαγμένη σχοινένια σκάλα έπεφτε στο ύψος των ποδιών τους, πρόσκληση να ανέβουν όσο ποιο γρήγορα κι αθόρυβα μπορούσαν και μια μακρόσυρτη φωνή τους καλωσόρισε με ανησυχία.

     – Barcelonés, συμβαίνει κάτι; Δεν ειν’ αργά για επισκέψεις μέρα που ξημερώνει;

     – Έρχομαι να ‘δω το Miguel, δε θα αργήσουμε,…πρέπει να τον δώ πριν αρχίσει η μάχη. Πως είναι; Έχει ακόμα πυρετό;

     – ¡Quarantuno! Καίγεται , αλλά ξέρεις τι ξεροκέφαλος είναι. Ικέτευσε τον  αφέντη Σαν Πέδρο να ανεβεί αύριο με το σύνθημα της μάχης στη κουβέρτα, να πολεμήσει στη πρώτη γραμμή …

     Μπλέχτηκε σε ένα σύντομο αγκάλιασμα με τον γιγάντιο πολεμιστή που έκανε βάρδια εκείνο το βράδυ στο εσκίφε της Μαρκησίας, κι ύστερα χάθηκε κάτω απ το ταμπούκι, στα σπλάχνα της Γαλέρας με βιασύνη. Τον ακολούθησε όπως μπόρεσε και ξαφνικά βρέθηκαν στην κουκέτα όπου, στην ποιό απομακρινή χαμηλή λιτέρα, ήταν ξαπλωμένος με τα μάτια φλογισμένα, -καρφωμένα στην οροφή-, αναμαλλιασμένος, ανασαίνοντας με άγχος ένας είκοσι πεντάχρονος περίπου νεαρός αν και τα ιδρωμένα μαλλιά του κι η ξερακιανή χλωμή του επιδερμίδα τον μεγαλόφερναν.

     – ¿Querido, Como estás? Μα εσύ είσαι βουτηγμένος ολάκερος στις φλόγες της κόλασης, γιατί επιμένεις να πολεμήσεις αύριο στα χάλια σου. Τι έχασες σ αυτά τα μέρη για να πληρώσεις με τη ζωή σου;

     Ο νεαρός μισάνοιξε το ένα του μάτι και σαν μάντεψε τον επισκέπτη του, ένοιωσε να τον εγκαταλείπει η  η κόλαση κι ένα φωτεινό υδάτινο στεφάνι άρχισε να χορεύει παν απ´ τα ιδρωμένα του μαλλιά, κάνοντάς τα να φαίνονται τώρα σαν ασημένια φτερά, πλέοντας στα φανταστικά κύματα που χόρευαν γύρω απ το κατάκοπο μουσούδι.

     Άπλωσε το χέρι σαν να ‘ταν τυφλός να μαντέψει τη σκιά του επισκέπτη.

     – Τι ψάχνεις εδώ , ψέλλισε. Τι θα πει ο πρίγκιπας; Που άφησες τη θέση σου.

     -Ήρθα να δω πως είσαι, δεν θα μείνω πολύ. Με συντροφεύει ένας καινούργιος φίλος ντόπιος, από αυτά τα μέρη. Δες Μιγκέλ , αυτός είναι ο…., διάβολε δεν ξέρω ούτε το όνομα του!

     -Χάρηκα που σε γνώρισα , ζεις εδώ κοντά; Ανασηκώθηκε ο κατάκοιτος.

     -Ναι μόλις δυο μίλια απέναντι , σ αυτές τις ξέρες που βλέπεις μπροστά σου. Παραδίδω μαθήματα τα βράδια στα παιδιά των χωρικών που  ζουν στο πέρα κάμπο, στις όχθες του ποταμού. Και συγγνώμη που δεν συστήθηκα. Με λένε Φραντσέσκο αλλά όλοι με φωνάζουν Φράγκια.

     – Miguel de Cervantes Saavedra! Aprendiz de poeta…!

     -Χα, χα, χα, –γέλασε τρανταχτά ο ακόλουθος, Μαθητευόμενος ποιητής, είπε! Φράγκια έχεις μπροστά σου το μαέστρο Θερβάντες. Μια μέρα όλη η γη θα μιλά γαυτόν κι αυτός θέλει ν αφήσει το κουφάρι του διασπαρμένο, ανάμεσα απ τις τουρκικές γαλέρες. Πάμε γιατί φοβάμαι μήπως του κόψω εγώ την κεφαλή, πριν του την πετσοκόψουνε οι μαυριτανοί!

     Και ξέσπασε ξανά σ’ ανόρεχτα γέλια ζυμωμένα με δυο δάκρυα που ξέφευγαν απ´ τα βλέφαρα του.

    – Adiós, να πάτε στο καλό και με τη νίκη, και μην ακούς τι λέει φίλε μου. Ακόμα δεν έχω γράψει ούτε ένα verso!

     Την ώρα που το αχνισμένο φεγγάρι ήταν καρφωμένο νωχελικά στη κορυφή του σκυθρωπού ουρανού κι ο άνεμος δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να δυναμώσει ή να ξεθυμάνει,  εγκατέλειπαν οι νυχτερινοί επισκέπτες τη Μαρκησία κι ανέβαιναν με βιασύνη στο κατάστρωμα της ναυαρχίδας.

     Ξημέρωνε η έβδομη μέρα του Οκτώβρη κι η Ιστορία είχε δώσει ραντεβού με την Οικουμένη. Η ο τούρκος θα περνούσε στη δύση ή θα ξαναζούσε η ελπίδα στη ρωμιοσύνη.

          Μετά από χρόνια, ο ένας στα βιβλία ο άλλος στα ατέλειωτα ταξίδια του,  άλλος από στόμα ξένου κι άλλος στην μεγάλη οθόνη, θα μάθαιναν οι νεαροί ονειροπόλοι για τους οποίους μιλούμε σ’ αυτή τη διήγηση, τι συνέβηκε πάνω κάτω  σ’ αυτή τη ναυμαχία που έγινε σταθμός στα χρονικά της Ευρώπης, σαν η μεγάλη νίκη, που σταμάτησε την εξάπλωση του Τούρκου πέρα απ το Ιόνιο.

     Μετά από χρόνια αν όχι όλοι, μα οι ποιό πολλοί σε ένα ηλεκτρονικό διαδίχτυο, διαβολικό και  απαράμιλλο συγχρόνως, -που θα γίνει γνωστό σαν Ιντερνέτ-, θα μείνουν έκπληκτοι όταν ψάχνοντας διψασμένοι στις σελίδες του, μάθουν πως ο έφηβος αυστριακός αριστοκράτης, -εξώγαμο του Καρόλου και μελαδερφός του Ισπανού μονάρχη-, πέθανε ακριβώς επτά χρόνια μετά, στα τριανταένα του χρόνια, ανήμερα της επετείου της πρώτης Κυριακής του οκτώβρη που είχε ορίσει ο Πάπας Πίος ο πέμπτος,  για να γιορτάζεται η μεγάλη του νίκη στις Εχινάδες, κι αφού πριν, είχε ζήσει μια σύντομη αλλά συνταρακτική  ζωή γεμάτη περιπέτειες, μάχες και ερωμένες. Μα η ποιό άσχημη ερωμένη του, ο κίτρινος πυρετός τον ζήλεψε και τον έλειωσε στα μπράτσα του εκείνο το ξημέρωμα της πρώτης του Οκτώβρη του χίλια πεντακόσια εβδομήντα οκτώ! Άλλοι είπαν ότι τον φαρμάκωσαν κι άλλοι ότι τον έφαγε η κακιά ζωή, τίποτα δεν είναι σίγουρο… Αντίθετα ο ετοιμοθάνατος ποιητής μας, ανέβηκε τελικά στο κατάστρωμα, παλεύοντας ηρωικά τους τούρκους, λαβώθηκε θανατερά αλλά δεν λύγισε, και για να τον θεραπεύσει τον έστειλε ο Δον Χουάν στη Μεσσίνα κι από κει εβδομάδες μετά, σαλπάροντας για τη χώρα του, πιάστηκε αιχμάλωτος και πέρασε πέντε ολάκερα χρόνια στα μπουντρούμια της Αλγερίας, ώσπου ο μακροχρόνιος έρανος που είχαν αρχίσει οι πολλαπλοί φίλοι του, έδωσε το φρούτο του κι ελευθερώθηκε, γυρνώντας ποιό σοφός στη γη του και με το δισάκι γεμάτο διηγήσεις και περιπέτειες, που σιγά σιγά, από φυλακή σε φυλακή κι από κακουχία σε κακουχία, κατόρθωσε να τα’ αφομοιώσει όλα στο χαρτί από όπου ξεφύτρωσαν, στο πέρασμα του χρόνου, ατίμητα γραφτά όπως, Las novelas ejemplares -όπου ο Άρης αναγνώρισε σε μια απ αυτές, -“La Gitanilla”-, κάποιο πολύ γνώριμο τους πρόσωπο βγαλμένο απ’ εκείνη τη νυχτιάτικη διήγηση του διανοουμένου.- Μα πάνω από όλα μας άφησε το ποιό πολυδιαβασμένο κείμενο μετά τη βίβλο, “Don Quijote de la Mancha”! H γλυκόπικρη ιστορία του ποιό συμπαθητικού αλλά και αλλοπρόσαλλου Ιππότη της παγκόσμιας λογοτεχνίας…

     Ο κυβερνήτης της Μαρκησίας Τζιοβάνι Ανδρέα Ντόρια έγινε ζάπλουτος και ζηλεμένος ώσπου κουρασμένος να υπηρετεί τους Καστελάνους βασιλείς αποσύρθηκε κι αφοσιώθηκε να γράψει την αυτοβιογραφία του που ποτέ δεν τελείωσε… Μαρκήσιος του τίμιου σταυρού έγινε ο Άλβαρο ντέ Βαζάν. Ο Κολόννα φαίνεται ότι πληγώθηκε ελαφρά αλλά χωρίς σημασία μα ο Μπαρμπαριγος δεν κατόρθωσε να γυρίσει στη Βενετία. Μια σαϊτιά του διαπέρασε το μάτι πέρα ως πέρα και μια άλλη του κάρφωσε τη καρδιά στο πλωριό κατάρτι. Στο τελειωμό της ποιό μεγάλης ναυμαχίας που ποτέ είδε άνθρωπος -όπως έγραψε ο δον Μιγκέλ-,  ένας χριστιανός μισθοφόρος έφερε καρφωμένο στο κοντάρι και το πρόσφερε στον πρίγκιπα νικητή, το κεφάλι του Αλή Πασά! Αυτός το απόκρουσε αηδιασμένος κι έστειλε τον ακόλουθο του να το πετάξει στη θάλασσα. “Σκυλί ήταν, σκυλόψαρα να τον αφανίσουν” φάνηκε πως του ψιθύρισε… Κατόρθωσαν να ξεφύγουν ζωντανοί ο Ουτς-Αλί και το “καθήκι Περτέβ ”, αλλά άδοξο ήταν και το τέλος του Siroco bajá που έπεσε απ τους πρώτους. Παράξενο ήταν και το τέλος του τρελόγερου Σεμπαστιάνο Βενιέρου. Ήταν επίσης το χίλια πεντακόσια εβδομήντα οκτώ όταν κάηκε ζωντανός προσπαθώντας να σβήσει την πυρκαγιά που έκαιγε αδιάκριτα το Παλάτι της Βενετίας. Ένα μόλις χρόνο πριν στα ογδονταένα του, τον είχαν εκλέξει Δόγη της υδάτινης πόλης. Ποτέ δεν θα μάθαινε ότι μόλις λίγους μήνες μετά θα τον ακλουθούσε στον άλλο κόσμο ο περήφανος νεαρός αριστοκράτης που τον είχε ταπεινώσει ανέλπιστα πριν απ’ τη μεγαλύτερη μάχη των αιώνων!

     Αλλά όσο κι αν η τεχνολογία βαδίζει ασταμάτητη, γεμάτη chip, bits και άλλα αγγλόφωνα παράγωγα, οι ιστορίες του πλήθους δεν έχουν όλες τετραγωνική λογική, ούτε όλες μπορείς να τις ανακαλύψεις ανάμεσα στα εκατομμύρια σελίδες του διαδιχτύου. Ορισμένες μένουν μόνο στις εφηβικές καρδιές έτσι όπως τις άκουσαν και τις έκαναν δικές τους μια ξάστερη βραδιά, ξαπλωμένοι ανάσκελα στο περβάζι της γέφυρας, μισομεθυσμένοι απ τη ρακί, το ούζο και τη μαγεία του μεσονυχτίου, νυσταγμένοι, ονειροπολώντας τη μέρα που κι αυτοί θα πέταγαν σιωπηλά σ άλλα μέρη, σ’ άλλα πέλαγα, διασχίζοντας τα κύματα της ιστορίας όπως ο Κολλόνα, ο Βενιέρος, ή ο αινιγματικός νεαρός της ιστορίας  μας, ο πιστός ακόλουθος του αδικοχαμένου πρίγκιπα…

     -Μα τι απέγινε με το ψαρά , –ρώτησε ο Νίκος ενοχλημένος και με απαίτηση. Δηλαδή μόνο οι πρίγκιπες μας ενδιαφέρουν…

Η παρέα ξέσπασε σε χαχανητά γιατί ένοιωσαν το δίκαιο θυμό του φίλου τους που θέλησε μ αυτόν τον τρόπο να τονίσει την συναδελφικότητα του με τον πρωταγωνιστή μας.

     – Μαέσε Νίκο μου, μαέσε. Ψαράς  ο άνθρωπος, έγινε από ανάγκη, εκείνη τη μέρα για να πάει κάνα καλαμάρι να φάνε τα αδελφάκια του,  ανταπέδωσε ο διανοούμενος, τάχα το ίδιο αγανακτισμένος, γιατί είχε ρίζες κεφαλλονίτικες κι έπρεπε κι αυτός να στηρίξει το αίμα του.

     -Ο Φράγκια λοιπόν Πίπη, -όπως ξέρεις τώρα έχει όνομα-, στάθηκε όλη τη μέρα στο πλευρό του Δον Χουάν πολεμώντας ώμο με ώμο με τον καινούργιο του φίλο. Έκοψαν κεφάλια Αγαρηνών. Τσάκισαν γιαταγάνια και έριξαν κουφάρια στη θάλασσα. Η αψεγάδιαστη πανοπλία του πολεμιστή ήταν τώρα ένα σύμπλεγμα σίδηρο και αίμα, σχισμένη σε πολλαπλά σημεία, και σ’ άλλα βυθισμένη μέχρι τη τρυφερή του σάρκα. Σε μια στιγμή ολιγωρίας παραπάτησε ο πρίγκιπας κι έπεσε στα γόνατα. Η γιγαντένια σπάθα του παιδεύθηκε στις χαραμάδες δυό ραγισμένων μαδεριών της κουβέρτας που ’χαν σχιστεί στα δύο από τη βία της τρομερής μονομαχίας, που σώμα με σώμα είχε φτάσει στα όρια της κόλασης. Ένα γιουρούσι από δεκάδες έξαλλους τούρκους μπουραζανοφόρους σαν είδαν τη πέσιμο του αντίπαλου αρχηγού, όρμησαν  αλαλάζοντας να του πάρουν το κεφάλι, πεσκέσι στον Αλλάχ.

     Είδε ο Δον Χουάν το χάρο μες τα μάτια του. Είδε κι ο Φράγκια το θάνατο, ακριβώς ανάμεσα στα απορημένα μάτια του Δον Χουάν. Μα δεν ήταν η ώρα. Δεν τόλμησε ο θάνατος να αντιμιλήσει, όταν είδε το μικρόσωμο σώμα με το τεράστιο λεπίδι και την πανοπλία μισοδιαλυμένη, να μπαίνει στη μέση βγάζοντας ένα εξανθρώπινο μούγκρισμα και να φωνάζει.

     – A hierro matas a hierro vas a morir hoy, estúpido Τurco.

Και λέγοντας αυτό άρχιζε να περιστρέφει το θεόρατο ακονισμένο ατσάλι πάνω απ τους ώμους με τέτοια ορμή που όσα κεφάλια δεν έπεσαν στο δάπεδο χωρισμένα απ το σώμα, έσφιξαν τα δόντια κι άρχισαν να τρέχουν πισοπατώντας για να ριχτούν στη θάλασσα και να γλυτώσουν απ’ την οργή του φρενιασμένου αντίπαλου.

     – Πληγήν έδωσες, πληγήν έλαβες, – ξεφώνισε όσο ποιο δυνατά μπόρεσε κι ο Φράγκια κι άρχισε ποστιάζει δίπλα δίπλα στου αλλουνού, τα δικά του μακάβρια τρόπαια. Και στη φούρια του, δίχως να το καταλάβει, έφτασε ως τη πρύμη κυνηγώντας τους λίγους γενίτσαρους που προτίμησαν να σαλτάρουν απ τη κουπαστή παρά να γίνουν θύματα η να πιαστούν αιχμάλωτοι από τους “άπιστους”.

     Γύρισε το βλέμμα του να δει ο Φράγκια που ήταν ο σύντροφος του όταν ένοιωσε ότι κάτι δεν πήγαινε όπως έπρεπε. Μια ανήσυχη σιωπή είχε κυριεύσει τη ναυαρχίδα και τότε κατάλαβε ότι για πρώτη φορά αγωνιούσε για τη τύχη του συντρόφου του κι ένας παράξενος πανικός κούρσεψε τα συλλογικά του. Άφησε μόνους δυό άλλους συμπολεμιστές που μάχονταν με τους τελευταίους γενίτσαρους κι έτρεξε ανήσυχος προς το μεσαίο άλμπουρο όπου τον είχε αφήσει να μακελεύει δυό, τρείς αλγερινούς που’ χαν έρθει για στηρίξουν τους ανθρώπους του Αλί Πασά στη προσπάθεια του να κυριεύσει τη ναυαρχίδα και να γύρει τη νίκη με το μέρος του. Μόλις είδε το λιγοστό κορμί κουρνιαγμένο στο απάγκιο απ’ το πρόστεγο, κατάλαβε ότι τον είχαν πληγώσει σοβαρά. Έδωσε ένα σάλτο κι έπεσε στα γόνατα δίπλα στο λαβωμένο κουβάρι. Η ατσάλινη πανοπλία είχε κοπεί σαν μυζήθρα στα δυό κάτω απ’ το στήθος κι ένα κόκκινο ρυάκι έτρεχε χλιαρά απ τα μπράτσα και τη κοιλιά του. Δίχως να σκεφτεί και βλέποντας τριγύρω ότι ακόμα μαινόταν η μάχη σώμα με σώμα και κανένας δεν ήξερε την κατάληξη της , έσκυψε ακόμα ποιο πολύ, έβαλε τα χέρια του κάτω από το ματωμένο κορμί ανασηκώνοντας το στην αγκαλιά του και με τρείς δρασκελιές το ακούμπησε στην κουπαστή και ξαναγύρισε στο μέρος που ήταν κρεμασμένο το μικρό σλέπι στο καπόνι. Έλυσε το σχοινί που το κρατούσε δεμένο στη μαΐστρα και το άφησε να παλαντζάρει ως το μέρος που είχε αφήσει το λαβωμένο. Όταν είδε ότι πέρασε ακριβώς πάνω απ τη κουπαστή λασκάρισε λίγο ώστε να κρεμαστεί έξω απ το κουφάρι του πλοίου και έδεσε ξανά το σχοινί στο άλμπουρο. Πλησίασε με γρήγορα βήματα, πήρε το λιποθυμισμένο κορμί στα χέρια και το τοποθέτησε με προσοχή στο κύτος της βάρκας. Μετά ξαναγύρισε στη μεγίστη, έλυσε το σχοινί κι άρχισε να κατεβάζει τη βάρκα ως την επιφάνεια της θάλασσας. Όταν το μικρό σκάφος άγγιξε τα αφρισμένα κύματα πέταξε το  στάντζο στο νερό, άδραξε τη σχοινένια σκάλα που κρεμόταν στο πλάι και με γρήγορες κινήσεις κατρακύλησε ως τη κάτω κατακομματιάζοντας το κορμί του κόντρα στο μουράτο..  Πήρε στα χέρια του τα δυό κουπιά , τα σενιάρισε, έβαλε πλώρη προς το πλησιέστερο σημείο ξεριάς ψάχνοντας στον ορίζοντα να μαντέψει, που έπεφτε η ψευτοφτιαγμένη καλύβα του Ορέστη -που ήταν μπιστικός στα πράγματα του αφέντη  μουφτή- κι άρχισε να λάμνει  σαν δαιμονισμένος, αγάντα στη δυνατή λασκάδα που στροβίλιζε το μικρό σκαρί.

     Από την ασταμάτητη βροχή απ τις μπομπάρδες είχε χάσει η ναυαρχίδα τη μετζάνα, το πρυμνιό πανί και τη μεσαία γάμπια. Για τους δυο αταίριαστους συντρόφους η μάχη έμενε πίσω. Τώρα άρχιζε η μάχη με το κύμα, καθώς ο άνεμος είχε δυναμώσει και φυσούσε σαν μανιασμένος. Για καλή του τύχη φυσούσε απ τη πρυμνιά μπάντα και τον οδηγούσε ταχιά στα βράχια. Αυτός ο ίδιος αγέρας που σκόρπισε τον εχθρικό στόλο και που θα ’χε στην εξέλιξη καταστρεπτικά αποτελέσματα για τον Τούρκο,  αυτόν τον έφερνε σαΐτα στη σωτηρία. Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να “ρεμάρει” στα τυφλά. Είχε μεσημεριάσει και ο ήλιος μιά φαινόταν μιά κρυβόταν στα σύννεφα. Αλλά αυτός σκεφτόταν μόνο πως θά‘σωζε από το θάνατο τον ακριβό του φίλο. Παράξενο, αλλά θεωρούσε ότι τον γνώριζε από χίλια χρόνια πριν. Αιώνες!

     Είδε τη σκιά της Οξιάς να τους  σκεπάζει απ τα ζερβά  κι στράφηκε πρίμα ελαφρά να βάλει ρότα για τη λίμνη της κοκκάλας κι από κει στο βλαχοκάλυβο.

     Όταν άραξε η βάρκα στο σαπισμένο σανιδωτό μουράγιο -στις εκβολές του Αχελώου- ο άνεμος χωρίς κανένα άγγελμα είχε μαϊνάρει ολότελα. Η ετοιμόρροπη προκυμαία αφανίζονταν αργά αργά απ το ανελέητο πέρασμα του χρόνου, -από τότε που οι Τόκοι είχαν εγκαταλείψει στη μοίρα του το Κάρλελι-. Έδεσε τη μπαρούμα στη δοκίδα κι ύψωσε τα μάτια να δει, πόσο έλειπε, για να προφτάσει τον ψωμωμένο τσοπάνη που αυτή την ώρα, άσχετος με το σαματά που εξελισσόταν γύρω του, θα ψοφολογούσε πάνω στη στρωμνή τον ύπνο του δικαίου!

     Ήξερε ο μπιστικός από βότανα, από μαντζούνια και από σπιτίσια γιατρικά κι ήταν σίγουρος πως θα έκανε τα πάντα για να τους βοηθήσει γιατί τον συμπαθούσε πολύ, από τότε που του’ δινε κάπου κάπου στα κρυφά νυχτερινά μαθήματα, όταν ανέβαινε στον οικισμό να αλλάξει, να φρεσκαριστεί και να προμηθευτεί τα αναγκαία, για τον εαυτό του και για το κοπάδι.

     Ένα χαμόγελο ανακούφισης άνθισε στα χείλη του όταν είδε στα λίγα μέτρα τη σιωπηλή σκιά της καλύβας να τον κοιτάζει παν’ απ’ την αχυρένια σκεπή που ξεχώριζε ανάμεσα από τις χαμηλές θίνες, που είχε σχηματίσει, -τόσους αιώνες- στο ξέρασμα του, ο ποταμόθεος

     Φορτώθηκε το ακίνητο κορμί στη πλάτη, ακουμπώντας προσεκτικά το πρόσωπο του στον ιδρωμένο από την ένταση τράχηλο . Μόλις αφουγκραζόταν την ανάσα του, αλμυρή κι άτονη

      –Μη αφήσεις να χαθεί σε ικετεύω, –ψιθύρισε μέσα του, χωρίς να ξέρει σε ποιον απευθυνόταν. Ήξερε μόνο ότι αυτό το πετσοκομμένο αλλά ανθεκτικό σκαρί που πήγαινε πεσκέσι στο προβατάρη, τον ένοιαζε όσο τίποτε άλλο σ αυτό το κόσμο!

Ο καλόκαρδος γίγαντας αλαφιάστηκε όταν ένοιωσε τη κλωτσιά στα πλευρά του και με ένα σάλτο στάθηκε όρθιος ξετσιμπλιάζοντας,  -με τα ροζιασμένα δάχτυλα-, τα μάτια.

     – Τι, τι συνέβηκε;  –γκρίνιαξε βλέποντας το νεαρό του φίλο κουβαλώντας στον ώμο ένα ασάλευτο λείψανο.

      Αλλά αμέσως, κατανόησε τη σοβαρότητα της στιγμής κι ούτε έχασε στιγμή για περιττές ερωτήσεις, βασιζόμενος σ’ αυτό το ζωικό ένστικτο που τον είχε κάνει να επιζήσει τόσα χρόνια, ανάμεσα σε χίλιες συμφορές και κακουχίες. Χωρίς να βγάλει άλλη κουβέντα και με κοφτά και αναντίρρητα γνεψίματα έστειλε το Φράγκια να ακουμπήσει τον πληγωμένο στο αχυρένιο στρώμα και να ετοιμάσει ζεστό νερό, στη χάλκινη τσουκάλα -που ήταν απιθωμένη στη μισόσβηστη φωτιά-, και να του φέρει ένα καθαρό σεντόνι, που έσκισε λουρίδες με τα χέρια του, για να φτιάξει πρόχειρους επιδέσμους. Ύστερα πήρε απ το πεζούλι τη τεράστια ψαλίδα που χρησιμοποιούσε για τον κούρο, και με επιφύλαξη και τρυφεράδα άρχισε να ελευθερώνει το καταματωμένο στήθος από τ’ απομεινάρια της ξεχαρβαλωμένης πανοπλίας. Ξαφνικά, σαν να το νόησε εκείνη μόλις τη στιγμή γύρισε στον ταραγμένο επισκέπτη του και με μια αγριοφωνάρα που δεν έπαιρνε αντίρρηση τον απότρεψε.

      -Τι κάθεσαι εκεί πέρα σαν μπάστακας; Αi σιχτίρ. Φύγε, πήγαινε να λουστείς. Έχεις νερό στο κάδο, ζέστανε το. Εδώ δεν χρειάζεσαι.

     -Μα, εγώ…

     -Ούτε μιλιά μάτια μου, ούτε μιλιά. …–τον έκοψε ο άλλος τώρα, τσεβδίζοντας  ανάμεσα απ τα κιτρινισμένα του δόντια, κι έδειξε με νόημα ξανά την αυτοσχέδια από κουρελούδες πόρτα.

     Ο Φράγκια πήρε το δρόμο ράθυμος και τρέμοντας σαν καλαμιά. Το κρύο ποταμόνερο τον έκανε να συνέλθει κάπως και αποκαμωμένος όπως ήταν έγειρε στο πλάι και αποκοιμήθηκε, με τα πόδια αιωρούμενα στο χείλος του ρυακιού, και το κεφάλι “ακούμπι” στη πελώρια κάδη από ροζιασμένες τραβέρσες. Του φάνηκε ότι  εκεί μακριά στο βάθος άρχιζαν να αραιώνουν, ο θόρυβος από τις μπομπάρδες κι οι αναλαμπές απ τις φλόγες που λαμπάδιαζαν τα τελευταία μπρίκια του αντίχριστου!

     – Μαέστρο, μαέστρο. Ξύπνα. Μαέστρο…

     Ο άντρακλας έστεκε από πάνω του με τα μάτια πελαγωμένα κι άπραγα. Τον βοήθησε να ανασηκωθεί χωρίς βιασύνη, του έστρωσε τα βρεγμένα ακόμα μαλλιά που του ‘κρυβαν το πρόσωπο και βάζοντας του το δάχτυλο στο στόμα, -για να μην βγάλει μιλιά- τον έσυρε προς το κονάκι. Το σαπρό έξω πορτόνι βάραγε αγριεμένα στο υπόστυλο, κυνηγημένο απ’ τον αγέρα που ‘χε επιστρέψει δριμύτερος κι απειλούσε καταιγίδα. Όταν πέρασαν το κατώφλι και μάντεψε ο Φράγκια το πρωτόφαντο  θέαμα που ήθελε να του μαρτυρήσει ο Ορέστης, ένοιωσε τα πόδια του να τρεκλίζουν κι αρπάχτηκε απ το γιλέκο του βοσκού για να μη σωριαστεί στο χώμα. Πάνω στην αχυρένια στρωματιά, με τα μάτια κλειστά και τα μούσκουλα ανακουφισμένα, πλάγιαζε λάγνα μια αγγελοπρόσωπη φιγούρα, συνταιριασμένη με ένα μελαψό μπούστο, μισοκαλυμένο απ τους περιστασιακούς επιδέσμους, που έδινε συνέχεια σε μια αραχνένια “καδέρα” και δυο χυμώδεις γάμπες στην ίδια μελανόδερμη απόχρωση. Τα μακριά μαλλιά, ξαμολημένα τώρα σαν ατίθασες χορδές πάνω στο σάρκινο βιολοντσέλο, έκρυβαν χρυσαφένιες αποχρώσεις στο απόσκιο του απογεύματος.

      -Madona! –Έλυσε ο νεαρός τον κόμπο που του έδενε το λαιμό. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Πως είναι δυνατόν…

     Έγειρε πάνω απ’ την αγγελική σιλουέτα και της έπιασε το χέρι, τρυφερά με μια ατίθαση επιθυμία να σμίξει τα στεγνά του χείλη με τα δικά της. Μα δεν τόλμησε, ήταν ακόμα απορημένος, με τέτοιο απρόσμενο συμβάν κι ύστερα ένοιωθε τόση τρυφερότητα γι’ αυτή την ανέλπιστη αναδυόμενη θεά, όσο και ένα ανυπέρβλητο σεβασμό για την ανδρεία και το θάρρος της.

     – Ορέστη μη πεις κουβέντα, μη το πιστεύεις καν. Είναι οπτασία, δεν είν’ αληθινό. Μπορεί ο αρχάγγελος Γαβριήλ να μεταμορφώθηκε σ αυτό το πλάσμα που θωρείς μπροστά σου. Σε παρακαλώ , ξέχασε το, μόνο πες μου πως είναι;  Θα γιάνει;

     Ο μαγγανευτής τσοπάνης -που ‘χε δοκιμάσει όλα τα γιατρικά του κι είχε δοθεί με όλη του την δύναμη να γιατρέψει τη νεαρή μαχήτρια-, έγνεψε με τη κεφαλή καταφατικά κι αποσύρθηκε αθόρυβα στην άλλη κάμαρα, για να αφήσει τον αγαπητό του φίλο μόνο με την απρόσμενη απορία να του φλογίζει το μυαλό.

     Οι ώρες άρχισαν να περνούν αργά, σιωπηλά παρασυρμένες από το μουρμουρητό του ποταμού που ανήξερος συνέχιζε τη πορεία του ως την ανοιχτή ανταριασμένη θάλασσα του Ιονίου.

     Με το σήκωμα της θύελλας πάνω απ τις Εχινάδες, απέσυρε ο Ντον Χουάν τα εναπομείναντα πλοία του, βύθισε όσα ήταν ακυβέρνητα ή είχαν λαμπαδιάσει απ’ τις πύρινες σαϊτιές του εχθρού, κι αποτραβήχτηκε στην απανεμιά του Πεταλά, να κάνει απολογισμό και καταγραφή για τα όσα συνέβηκαν.

     Αποτραβήχτηκαν κι όσα ακόμα έπλεαν απ’ τα Τούρκικα μπρίκια στη προστασία του ναυπακτιώτικου κάστρου να μετρήσουν τις πληγές τους. Ποτέ δεν περίμεναν μια ήττα τόσο οδυνηρή που θα ‘βαζε πλέον σταθμό στις μετέπειτα προσπάθειες τους για να κατακτήσουν ολάκερη τη δύση.

     Δυό τρείς μέρες μετά το τέλος της ναυμαχίας , -και πριν ο Φράγκια και ο Ορέστης την μεταφέρουν με τη βάρκα πίσω στη ναυαρχίδα-, άνοιξε -η νεαρή ανήμπορη- τα μάτια της, -“μάτια από σμαράγδι”, όπως θα αναφερθεί ξανά ο Θερβάντες στη “γυφτοπούλα”-, σούφρωσε το λακκάκι -που της ζωγράφιζε το πηγούνι- και χαμογέλασε στον άναυδο προστάτη της που δεν το’ χε κουνήσει ρούπι από δίπλα όσο κρατούσε ο πυρετός.

      -Hola,… καλέ μου άγγελε μου, σ’ ευχαριστώ. Meum est vita tua!

      – Εγώ, εγώ σ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις, ψέλλισε ο  ερωτευμένος άνδρας.   Πως σε λένε;

      –Niña de oro! Niña de Plata! Niña de perlas! Έτσι με βάφτισε ο Μιγκέλ! Αλλά με λένε  Μαρία, Maria la Bailaora…

          Συνάμα, ο ύπνος και το ούζο κέρδιζαν την άλλη μάχη πάνω στο στενό γιοφύρι. Ένας ένας έπεφταν στην αγκαλιά του Μορφέα και η ηχώ της φωνής του αφηγητή εξασθένιζε όπως η ηχώ από τις αρκαμπούζες και τα κανόνια της ναυαρχίδας…. Εκεί, κοντά στο ξημέρωμα, ένας ένας ανακλαδίζονταν, σηκωνόταν σκουντουφλώντας, αποχαιρέταγε τη παρέα με μια κλωτσιά στα ψαχνά και σέρνοντας τα πόδια έφτανε μέχρι το σπιτικό  του, -σαν εωσφορική σκιά- και σωριαζόταν σαν ασκός στο στρωσίδι πασχίζοντας  να ξεπεράσει τη βαρβάτη σούρα του.

     Κι έτσι -μεθύσι το μεθύσι, τζούρα τη τζούρα-, μια άλλη μέρα ξημέρωνε, κι άλλη κι ύστερα άλλη… Μετά πέρασαν οι μήνες, διαβήκαν χρόνια. Σαράντα ολόκληρα χρόνια! Τα μαλλιά λιγόστεψαν, ασπρίσαν. Μεγάλωσαν οι κοιλιές και κρέμασαν τα μπόσικα. Το γεφύρι ορφάνεψε, η τσάρκα αραίωσε, κι έφτασε η εποχή του υπολογιστή και του διαδιχτύου…..

     “Σαράντα χρόνια”, -αναρίγησε ο νοσταλγός  ομογενής, “…είναι μια ολόκληρη ζωή!”

     Ήταν η έβδομη κηδεία που παραστεκόταν. Ξεχασμένος ανάμεσα στο πλήθος, είχε ακουμπήσει στην ασβεστωμένη κολώνα που στήριζε το νάρθηκα, δίχως να νοιαστεί αν θα λέκιαζε το φρεσκοσιδερωμένο μπλέιζερ. Δεν είχε κουράγιο ούτε να μπει στην εκκλησία. Όλα του φαίνονταν άδεια, ξένα, μακρινά, αλλαγμένα ….κάποιοι τον χαιρετούσαν ,…”Ζωή σε λόγου σου”! Κάποιοι του έσφιγγαν το χέρι κι αυτός προσπαθούσε να τους φέρει μες στη μνήμη του, να ξεσκεπάσει τα πέπλα που ένα ένα σκέπαζαν τις αναμνήσεις. “…Ποιός διάβολο ήταν αυτός; Mου ‘νε τόσο γνώριμος …Κρίμα! Δεν μπορώ να θυμηθώ …Δε βαριέσαι!” –Δεν κατάφερνε παρά μόνο να πονοκεφαλιάσει με την επιμονή….

     Έτριψε τη πλάτη αμήχανα στη κολώνα, σαν να ‘θελε να δείξει ότι κάτι τον ενοχλούσε κι ότι δεν θα ήταν και τίποτα σοβαρό αν σιγά σιγά αποχωρούσε… – ποτέ δεν του είχαν καλαρέσει οι τελετές, είτε χαρούμενες είτε λυπητερές -, και σκέφτηκε ότι σίγουρα και να ‘φευγε κρυφά κανένας δεν θα τον αποζητούσε. Έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο -που του φάνηκαν αιώνες-, αφήνοντας τη θύμηση χαμένη στο τίποτα για να το πάρει απόφαση, όταν τον έφερε στην πραγματικότητα η χαμηλή φωνή που ψιθύριζε στ’ αυτί του…

      -Φίλε. Είσαι καλά;

      -Ναι νομίζω… τι κάνεις;

      -Με γνώρισες? Εγώ είμαι! Ζωή σε λόγους σου.

      -Ε ναι σίγουρα, είπε, όχι χωρίς προσπάθεια… σίγουρα. Ευχαριστώ. Τι κάνεις; τι κάνουν οι άλλοι;

      -Όσους βλέπω, καλά. Πως πέρασαν τα χρόνια, έ!

      – Δίκιο έχεις.

      -Πότε θα φύγεις;

      -Σε λίγο, σε λίγο…

      -Ξέρεις τι θυμόμουν όλα αυτά τα χρόνια; Και δεν βρήκα πουθενά απάντηση.   Έψαξα, έψαξα αλλά τίποτα. Ξέρεις τί; Εκείνο το βράδυ, που αποκοιμηθήκαμε όλοι στο πεζούλι της γέφυρας, έμεινα με την απορία, γιατί ποτέ δεν ακούσαμε το τέλος της ιστορίας …τι απόγινε με τον ψαρά και την μπαλαρίνα, που την είχε μεγαλώσει μια γριά τσιγγάνα, αν κι ήταν γαλαζοαίματη, και που είχε ντυθεί άντρας και πολέμησε στη μάχη της Ναυπάκτου, συγγνώμη των Εχινάδων θέλω να πω, πάλι τη πάτησα… Έμεινα όλο αυτό το καιρό με την αμφιβολία και τώρα που σε είδα, -όταν σε αναγνώρισα-, το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν αυτό. Τι έγινε εκείνη τη μέρα του Οκτώβρη του εβδομήντα ένα; Έψαξα σε βιβλία, στο διαδίχτυο, ρώτησα …κανένας δεν ήξερε να μου πει τη συνέχεια αυτής της ιστορίας. Τίποτε δεν ταίριαζε. Άλλες ιστορίες ανόμοιες κυκλοφορούσαν, κανένας ψαράς, κανένα καΐκι μεσολογγίτικο… Κι η μπαλαρίνα στο καλύβι του βοσκού, ψέμα θα ‘ταν… Και δεν ήξερα που ήσουν όλα αυτά τα χρόνια, γιατί ήθελα να σε ρωτήσω, ποια ήταν η έκπληξη. Γιατί μας είπες ψέματα;

     -Εγώ ποτέ δεν σας είπα ψέματα, φίλε μου, ποτέ. Ήμασταν δεκάξι χρόνων. Χρόνια δύσκολα μες στη δικτατορία, δεν είχαμε παραπάνω από ένα ψευτοράδιο που έπιανε Μεσολόγγι και Πάτρα, δυό σταθμούς, στα βραχέα. Κάλπικα βιβλία που μόνο μας έδειχναν νόθους αριθμούς, ψεύτικα γράμματα. Ούτε ιντερνέτ, διαδίκτυα και κουραφέξαλα. Ζούσαμε στο μύθο, αθώοι και ανέμελοι. Χωρίς ιστορικές πεποιθήσεις, μόνο με τη φαντασία που ταξίδευε ποιό πέρα από όλα τα διαδίχτυα του κόσμου. Τι ήθελες να έκανα! Μου ζητούσατε τεκμήρια! Αυτή ήταν η έκπληξη. Δεν είχα άλλο τρόπο να κεντρίσω το ενδιαφέρον σας για την αδικία της ονοματοθεσίας. Αφού η ιστορία μας είχε απαγάγει την αλήθεια, μας είχε πλανήσει να δεχτούμε ότι η μεγαλύτερη Ναυμαχία του αιώνα είχε γίνει στη Ναύπακτο και όχι στις Εχινάδες, -στην Οξιά, στο Μεσολόγγι, στα κτήματα της Κούλιας-, κάποιος έπρεπε να παραποιήσει την ιστορία, να τη φέρει πίσω, να της δώσει την ονομασία που δικαιούταν, κι ας ήταν μύθος κι ας ήταν φαντασία κι ας ήταν παραμύθι. Η εσύ ξέρεις θετικά ότι ο ψαράς δεν έζησε, δεν υπήρξε, δεν ερωτεύτηκε τη Μαρία, δεν την γλύτωσε, την πήγε στη στεριά και την έγιανε, και την πήρε γυναίκα του και έζησαν εκεί για πάντα, και…

     – Μη μου πεις ότι έτσι θα τέλειωνε η Ιστορία σου; Μη μου πεις ότι ήσουν ικανός να μας παρασύρεις σε ένα τέτοιο ψέμα, μόνο και μόνο για να αλλάξεις το ρου της ιστορίας;

     – Μπορεί και ναι μπορεί και όχι. Εσείς το χάσατε που αποκοιμηθήκατε, και τώρα πια είναι αργά για να γυρίσουμε πίσω σαράντα χρόνια! Σαράντα χρόνια…

     – Ποτέ δεν είναι αργά αγαπητέ μου, αύριο κιόλας θα ψάξω να βρω που είναι όλοι τους. Ένας, ένας. Και θα τους διηγηθώ το “φινάλε” εκείνης της ιστορίας. Όπως εγώ το νοιώθω, όπως εγώ το μάντεψα τώρα από τα λεγόμενα σου. Ούτε μιά κόμμα παραπάνω, ούτε μιά τελεία. Έχεις δίκιο. Κανένας μύθος δεν έχει το τέλος που οι άλλοι θέλουν, αλλά αυτό που κάθε ένας επιθυμεί. Τώρα πια έμαθα το τέλος εκείνης της διήγησης, εκείνης της αμφιβολίας που με απασχόλησε μισή ζωή. Αν το ‘ξερα πρωτύτερα μπορεί και η ζωή μου να ‘χε αλλάξει. Πολλές φορές δεν χρειάζεται τίποτε άλλο να συμβεί,  από ένα καλοπροαίρετο ψέμα που μπορεί να παιδαγωγήσει  τη ζωή μας…

     – Είναι ώρα να φύγω, με περιμένουν.

     – Καλό ταξίδι φίλε μου, πάντοτε θα σε σκέφτομαι και θα ‘μαι μαζί σου, θα σ’ ακολουθώ με την ψυχή μου.. Καλό ταξίδι.

     -Χίλια ευχαριστώ!

     -Να μου φιλήσεις …τη Μαρία.

1971/2011

Η ραψωδία VII είναι από το βιβλίο στα ισπανικά “LOS SUSTRATOS DEL ALMA”.

Αποτελεί μέρος της τριλογίας “ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ”.

Πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αιχμή τον Οκτώβριο του 2015 για την επέτειο της ναυμαχίας των ΕΧΙΝΑΔΩΝ.

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *