Ραψωδία XIII. Ο απρόσκλητος επισκέπτης, (“SASSENACH”). “LOS MITOS DE ASOTO”


Ραψωδία XIII. Ο απρόσκλητος επισκέπτης, (“SASSENACH”).

                                    LOS MITOS DE ASOTO

          Πάλι μπροστά στο χαζοκούτι κάνοντας zapping! Κοινώς αλλάζοντας φευγαλέα τα κανάλια χωρίς κανένα τελικό σκοπό όπως θα ‘λεγε ο φίλος Μέντωρ. Χάλια! Μπούχτισα την ανιαρή επανάληψη των δελτίων ειδήσεων και το φαιδρό τρίο των τηλεπαρουσιαστών, που χαζολογούν με την εξαφάνιση ανυποψίαστων πολιτών, που κανείς δεν ξέρει αν επιθυμούν να τους εντοπίσει κάποιος ή προτιμούν να τους αφήσουν στην ησυχία τους. Στο κανάλι σαράντα τέσσερα φαίνεται σαν να δείχνουν “τηλε-νουβέλα”, αλλά μες στον εκνευρισμό μου την πέρασα στα γρήγορα. Α, όχι, δεν ξανά ’χει μια απ’ τα ίδια! Πατάω το αριστερό βελάκι και πάω δυο με τρία κανάλια πίσω. Καλά το ’χα προσέξει. Δείχνουν μια ωραία εγγλέζικη τηλεοπτική σειρά. Δεν είναι της BBC αλλά έχει ωραία εμφάνιση και μόλις ξεκίνησε να προβάλει τους τίτλους.

    Διαθέτω ελάχιστο χρόνο ωσότου αρχίσει το επεισόδιο, αλλά μου φτάνει  για να “κλέψω” απ’ το ψυγείο, ένα μπαστούνι χοντροφτιαγμένο αυγοτάραχο από τα ποιο λιμπιστά δώρα που μου στέλνουν οι φίλοι μου Μεσολογγίτες κάθε τόσο. Οι Μεσολογγίτες, και με αυτό αναφέρομαι και στους νεοδημότες Οινιαδίτες, για όσους δεν τους γνωρίζουν, είναι καταδεκτικοί, δύσπιστοι, ελάχιστα ευπροσήγοροι, αλλά υπερβολικά φιλόξενοι, όσο για το τοπικό “χαβιάρι“ συνοδεύεται με άσπρο Αθήρι ή μαύρο Αιδανι ή Τσικουδιά απ’ τη Κρήτη ή ντόπιο τσίπουρο, αλλά για την περίπτωση του πάει τέλεια ένα καραφάκι Τρικενές που μου ‘χε στείλει ο κουμπάρος μου ο Σωκράτης και ακόμα δεν το είχα συγυρίσει.

      Απρόοπτα η ιεροτελεστία συμπέφτει με την αρχή του επεισοδίου. Η ματιά μου, αδιάφορη στην αρχή, παρακολουθεί την ιρλανδέζα Caitriona Balfe, πρώην μοντέλο του Christian Dior, που σ αυτή τη περίπτωση υποδύεται μια εγγλέζα νοσοκόμα στο τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου ονόματι, Claire Beauchamp Randall. Συνηθισμένος στα μεταγλωττισμένα συγκεντρώνομαι όσο μπορώ, για να συντονίσω στο μυαλό μου, την πρωτότυπη εκδοχή, (O.V), με τους υπότιτλους, δίχως να παραδοθώ στα θέλγητρα του μορφέα.… Όχι ότι ο τρικενές είναι μπαρούτι…

     Είναι ψηλόκορμη, λιπόσαρκη, χλωμή και ντελικάτη. Θαρρείς μια ντάμα απ’ τα παλιά, (Lady), χαμένη στο αφφέγγιστο δάσος, (Wilderness), στα υψίπεδα της Σκωτίας, (Highlands). Άλαλη, με την έκπληξη στο πρόσωπο, στριφογυρίζοντας, σκοντάφτει στις πέτρινες ρίζες που ανασταίνονται μες απ’ την μεθυσμένη σεληνιακή γη και ξαφνικά προβάλουν για να ανακοινώσουν την αιωνόβια παρουσία τους. Ξεπροβάλει ανάμεσα σ’ ένα πέτρινο μεγαλιθικό μνημείο, (crómlech), φτιαγμένο από κυκλώπειες πέτρες, (menhir), στη μέση του πουθενά. Πέφτοντας τ’ απίστομα στο χλιαρό γρασίδι, απλώνει το χέρι αθέλητα προσπαθώντας να κρατηθεί και αγκαλιάζει με την παλάμη, (Grab to…!), το κρύο κορμί της πέτρας, (Stone). Ξάφνου ανοίγουν τα ουράνια. Μένει μετέωρη, λίγα εκατοστά από τη σοκαρισμένη γη, και φτερουγίζοντας αισθάνεται σαν να ταξιδεύει στο χρόνο. ”Πως είναι δυνατόν!“ Κι όμως, εμφανίζεται τώρα, δίχως να το νιώσει, διακόσια χρόνια πίσω, στα χίλια επτακόσια σαράντα τρία, στο ίδιο νοτισμένο χώμα της κατεκτημένης Σκοτίας, ανάμεσα σε εχθρικούς Ιακωβίτες αλλά και αρματωμένους κοκκινόπαλτους,(Redcoats). Είναι μια ξένη, (“Sassenach”, στη Γαελική), μια απρόσκλητη, (Οutlander), σε περιβάλλον άφιλο, που πρέπει να βρει παρευθύς, το γυρισμό της, ή τουλάχιστον να μην αφήσει την εγχώρια ιστορία δίχως απαντήσεις.

     Σήμερα, αναπολώ, καθώς οι διαφημίσεις πλημυρίζουν την οθόνη, είναι ξανά επτά του Οκτώβρη, του έτους δυο χιλιάδες δεκαπέντε, και φυσικά  οποιοσδήποτε μπορεί να σκεφτεί ότι αυτός ο εγωκεντρικός ήρθε πάλι με τα δικά του και τώρα δεν σκαρφίστηκε τίποτε άλλο, παρά να ταξιδέψει στο χρόνο, για να ξημερώσει ανήμερα της εχιναδικής ναυμαχίας δίπλα στον αγαπημένο του Φράγκια, στο μέσο της μεγάλης μάχης!…

     Α όχι, με παρεξηγήσατε! Δεν θέλω να ταξιδέψω στον δέκατο έκτο αιώνα. Με τρομάζει! Με την ιερά εξέταση, τα αρκαμπούζια, τα τούρκικα γιαταγάνια και την ύπουλη δουλοπρακτική. Α όχι, με παρεξηγήσατε! Δεν θέλω να γυρίσω πίσω για να ξαναζήσουμε μιαν άσκοπη αναφορά στα πεπραγμένα της μεγαλύτερης,  όπως νόμιζε, κρίμα, ναυμαχίας του κόσμου, ο μεγάλος μαέστρος Δον Μιγκέλ ντε Θερβάντες… Α όχι, εγώ αν μπορώ να διαλέξω, αν μ´ αφήσετε να διαλέξω, αν μου επιτρέψετε, αν δεν αρκεστείτε μόνο να βλέπετε φτηνό εγωτισμό στην δίψα για την ιστορία μας, στην  αγάπη στα ιερά χώματα μας, στην απόδοση σεβασμού για την πατρίδα μας και για τα χωριά μας, θα ζητούσα, ώ ναι, σ αυτό το μαγικό μεγαλιθικό μενχίρ, να με ταξιδέψει στον δωδέκατο αρχαϊκό αιώνα, στο μυκηναϊκό χίλια εκατόν ενενήντα τέσσερα,  εκεί κάπου σ’ ένα μικρό νησάκι των Οινιάδων, ανάμεσα στα σαράντα πλοία που κατασκεύαζε ο αφέντης τους Μέγης, για να ηγηθεί Εχιναδιτών και Δουλιχίων στην μητέρα όλων των πολιορκιών. Στη μάχη της Τροίας!

     Από τον προηγούμενο χρόνο -αλλεπάλληλα- έλαβα με όλα τα δυνατά μέσα, καινούργιες πληροφορίες, εικασίες, θρύλους, παρακλήσεις, προσκλήσεις, παροτρύνσεις, δίνοντας μου κουράγιο να συνεχίσω την προσπάθεια, να μαθευτεί τουλάχιστον η απαίτηση μας στη διεκδίκηση αυτού του μικρού κομματιού της εχιναδικής ναυμαχίας που ιστορικά μας ανήκει. Μεταξύ άλλων, ντόπιος Οινοιαδιτης, απλός και έμπειρος γνώστης του τόπου προσφέρθηκε να με οδηγήσει ακριβώς στον τόπο όπου κείτονται ενάλια ευρήματα, διαμελισμένα πυροβόλα απ’ τις γαλέρες, σαπισμένες καρένες πλοίων και σωροί από οξειδωμένες σπάθες, γιαταγάνια και αρκαμπούζες, καταχωνιασμένα όχι στη Ναύπακτο, μήτε στο πατραϊκό αλλά στο βούρκο της παραχελωίτιδας ακτής. Κάποια μέρα, σε ανύποπτο χρόνο, είμαι σίγουρος, κάποιος άλλος θα πάρει τη σκυτάλη, ποιο προετοιμασμένος, ποιο ειδήμων, ποιο δραστήριος και ποιο οικείος και θα φέρει τα πάνω κάτω αντικαθιστώντας τον ασφαλή ατραπό της ιστορίας. Εμείς, εδώ σ’ αυτό το ανεπιτήδευτο αφήγημα έχουμε αναλάβει την δικαίωση άλλης ευτοπίας, εξίσου αμφισβητήσιμης και επικριτικής αλλά ταυτόχρονα προκλητικής και ενδιαφέρουσας, όπως είναι ο εντοπισμός του δεύτερου θησαυρού του τόπου μας, η ανακάλυψη και η μετάδοση της δικής μας αλήθειας σχετικά με το λησμονημένο Δουλίχιο και το αρχιπέλαγος των Εχινάδων, γενέτειρα ενδόξων και πολυφήμων Οινιαδιτών ναυτίλων, γενέτειρα των προγόνων μας…

          – Οινέα, κράτα καλά το χωροβάτη γιατί το έδαφος είναι στρεβλό και θα σου πλαγιάσει, και εγώ ρίχνω μια ματιά με το αποστασιόμετρο για να δούμε που βρισκόμαστε!

      Δεν ήξερα αν ο Νίκος είχε έρθει μαζί μου στον 12ο αιώνα ή ήταν οπτασία, αλλά τον έβλεπα ξεκάθαρα εκεί δίπλα μου με εκείνο το μαραφέτι στο χέρι που έμοιαζε με κανοκιάλι,  να μου γνέφει με κοφτές και νευρικές χειρονομίες, χοροπηδώντας ρυθμικά πάνω απ’ τη ξερή γη, για να αποφύγει τους σβόλους και τις γούβες από τα οργώματα. Τον έβλεπα ξεκάθαρα αλλά ήταν σαν να αιωριζόταν μέσα σε διάφανο γυάλινο πρίσμα, μια σιλουέτα που φανερωνόταν  χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι ας μου φαινόταν ότι ήταν εκεί δίπλα.

     – Νίκο είσαι εσύ; H μήπως το όραμα του Μέντωρ. Σε ποιον αιώνα βρίσκεσαι, σε ποια χώρα, σε ποια διάσταση και ποιο λημέρι;

     – Εγώ στο δυο χιλιάδες δεκαπέντε. Εσύ; –Χασκογέλασε κάτω απ’ τη σκιά του πενιχρού του “μύστακα”.

     – Χίλια εκατόν ογδόντα τέσσερα, στις Εχινάδες της αρχαιότητας. Μόλις τελείωσε η εκστρατεία στο Ίλιον.

     Άκουγα την ίδια τη φωνή μου σαν ηχώ και δεν μπορούσα να αφομοιώσω ότι συνομιλούσα απ’ το υπερπέραν με κάποιον που πριν δυο μέρες είμαστε μαζί στην Αθήνα και οργανώναμε το επόμενο βιβλίο του, βασισμένο στην ραψωδία ε’ και στο νησί με τις ευθείες.

     – Κι εγώ στα μέρη σου είμαι. Αλλά στη σύγχρονη εποχή. –Με συνέφερε η διαπεραστική προφορά του άυλου συνομιλητή μου. Θυμάσαι που σου είχα μιλήσει για τη χαρτογράφηση που είχα στο νου μου να επιχειρήσω στην περιοχή, αν έπαιρνα άδεια από τις αρχές;

     – Ναι πως δε θυμάμαι. Τα κατάφερες; Στην παραχώρησαν; Είχες πει ότι υπήρχαν δυσκολίες.

     – Εσύ τι λες; –Ξεφώνισε, και η ηχώ της φωνής του διαμελίστηκε στις αμέτρητες γωνίες του πρίσματος. Και βέβαια όχι! Αυτή η χώρα έχει αλλάξει μετά από τόσους αιώνες προς το χειρότερο. Αλλά γι´ αυτό ζήτησα αν ήθελες να ταξιδεύσεις στο παρελθόν για να με βοηθήσεις, και να συμβάλεις στην έρευνα.

     – Να συμβάλλω στην έρευνα; Σε ποια έρευνα; Και σε ποιον ζήτησες να με “ταξιδέψει”;

     – Λέγεται τηλεκίνηση. Από το ΤΗΛΕ και κινῶ ή κινέω. Η μετακίνηση  αντικειμένων χωρίς φυσική επιρροή. Το εξηγώ στο βιβλίο με τις ευθείες.

     Να που ξανά βγήκε στην επιφάνεια η τριθεωρία των Ομηριστών για το Τηλ’, Τηλε, Τηλου. Νομίζω ότι πρέπει να σταματήσω πλέον αυτές τις περιπλανήσεις γιατί δεν είμαι πια για τρισδιάστατες εκδρομές και προϊστορικές πτήσεις.

     – Εντάξει σύμφωνοι γνωρίζω τη θεωρεία σου, αλλά δεν μου ‘πες σε ποιον το ζήτησες.

     – Ξέρεις την αδυναμία μου για την Παλλάδα! Σ’ αυτήν λοιπόν…

     – Μ´ έφερε εδώ η Αθηνά; Ζήτησες στην Αθηνά να με ταξιδέψει στο χίλια εκατόν ογδόντα τέσσερα, στις Εχινάδες;  –Διαμαρτυρήθηκα φουρκισμένος. Για ποιο λόγο;

     – Εγώ, της ζήτησα να σε μεταφέρει δέκα χρόνια πριν, για να βρεθείς στο Δουλίχι την ώρα που απόπλεε ο Μέγης για τη Τροία, αλλά εκείνη φοβήθηκε μήπως σε ναυτολογούσαν και σένα και άλλαξε γνώμη την ύστατη στιγμή. –Ξέσπασε σε ένα ηχηρό γέλιο σαν να πέρασε κάποια γλαφυρή εικόνα από το κινηματογραφικό του μυαλό, και κατέληξε σαρκαστικά. …Αλλά εκειός ο πολυξάκουστος μπόν βιβέρ, ο “πολύφημος” Οδυσσέας, δεν τα κατάφερε, -αν κι υποκρίθηκε τον τρελό-, να μη συμμετάσχει στην εκστρατεία, και αναγκάστηκε κακήν κακώς την τελευταία στιγμή να τους ακολουθήσει.

     – Για πρόσεξε τη γλώσσα σου, μη σχολιάζεις τον προγονό μου…

     – …και το δικό μου!

     – Και τώρα τι περιμένεις από μένα;

     – Σκέφτηκα ότι θα μπορούσες να με βοηθήσεις με τις μετρήσεις…!

     – Μα θα μπορούσες να συμβουλευτείς την Ιστορία και την ομηρική γεωγραφία, το Στράβωνα, και να μ’ αφήσεις ήσυχο, δεν ξέρεις τι μπορεί να μου συμβεί σ’ αυτά τα ανήλιαγα μέρη. Δεν βλέπεις ότι ακόμα δεν έχει χαράξει και δεν υπάρχει ούτε ένας ελεεινός φανός τριγύρω, σ’ όλο το νησί; Εξάλλου, πως θα με ναυτολογούσαν αφού ξέρεις ότι δεν είμαι ικανός για τίποτα.

     Στο βάθος αναγάλλιασα για την ευσπλαχνία της θεάς να με μεταθέσει δέκα χρονάκια μπροστά, γιατί αλλιώς χάρις στην υπερβολή του Νίκου, φανταζόμουν τον προϊστορικό εαυτό μου, μισόγυμνο, να αναρριχιέται στο μοναδικό άλμπουρο κάποιας Οινιαδίτικης πεντηκόντερου, που αρμενίζοντας πάνω στη φουρτουνιασμένη θάλασσα σαν αχαλίνωτο τετράποδο, θα ’ψαχνε ανυπόμονα -και μάταια- πότε ν’ αγναντέψει ξέρα!

      Σαν να μάντεψε την ανησυχία μου, συνέχισε εκείνος, τώρα ποιο συγκαταβατικά.

     -Η ιστορία αναφέρει ελάχιστα από αυτή την εποχή φίλε μου Άκαστε, και μόνο ο Όμηρος έχει ρίξει λίγο φως στα δεδομένα, αλλά όπως ξέρεις δεν άφησε κανένα χάρτη για να δούμε που βρισκόταν το τέταρτο νησί ή η χερσόνησος, το τέταρτο μέρισμα, ο χαμένος παράδεισος του Οδυσσέα και του Μεγη, το θαυμαστό αλλά άγνωστο Δουλίχι. Εξ άλλου γιατί επαναπαύεσαι στην ιστορία; Σου χρησίμευσε όταν τη συμβουλεύτηκες για τη ναυμαχία των Εχινάδων εικοσιοκτώ ολόκληρους αιώνες αργότερα από την εποχή που βρίσκεσαι; Έγινε κάτι; Άλλαξε τίποτα; Α ναι, συγγνώμη. Έμαθαν πέντε ψυχές παραπάνω, ότι η ναυμαχία θα ‘πρεπε να ονομάζεται “των Εχινάδων” και όχι της Λεπάντο. Μπράβο! Συγχαρητήρια! Άκου ‘με και δεν θα χάσεις. Είναι ποιο εύκολο να αποδείξουμε ότι το Δουλίχι και οι Εχινάδες ήταν το τέταρτο μερίδιο της επικράτειας της Ομηρικής Ιθάκης, και ότι βρίσκεται στα ίδια ευλογημένα μέρη σας, από το ότι ο Θερβάντες δεν πάτησε το πόδι του ποτέ στην προκυμαία της Ναυπάκτου!

     – Έχεις δίκιο.

     – Σίγουρα κι έχω δίκιο. Όσο για την εμπειρία σου στη ναυσιπλοΐα, μην κοιτάζεις την τωρινή σου θέση, θέλω να πω την άγνοια σου στον αιώνα μας, γιατί εκεί που είσαι, τώρα, στο παρόν, λέγεται Κατοχή. Και κατά τον δάσκαλο μας, τον πάνσοφο άνδρα, το βάρδο των ραψωδών, τον θεϊκό Όμηρο, βγαίνει από τα λήμματα -κάτω και -οχος, καθ’-οχους, δηλαδή μεταφράζεται, “αγναντεύοντας αυτούς που ναυλοχούν στους κολπίσκους εκεί κάτω !“ Σίγουρα στο ομηρικό σου παρελθόν θα ’σουνα ατσίδας στο καλαφάτισμα ή τη ναυπηγική.

     “Θες ναν’ αλήθεια η θεωρεία του Νίκου και τόσα χρόνια ψάχναμε τη έννοια του ονόματος του χωριού στην μεσαιωνική εποχή;” –Αναρωτήθηκα, κρατώντας πάντα τις λογικές αμφιβολίες για τον εαυτό μου.

     – Νίκο, νομίζεις ότι όλες οι ερμηνείες έχουν να κάνουν με τον Όμηρο;

     – Ακράδαντα! Εσύ;

     – Τι να σου πω. Δεν ξέρω. Υπάρχουν κι όλοι οι άλλοι κλασικοί συγγράφεις και φιλόσοφοι… Αλλά θέλω να το πιστεύω.

     – Πίστεψε το.

     – Ωραία. Και τι πιστεύεις για τις Εχινάδες, για το Δουλίχιο. Τι με έστειλες να ερευνήσω; Αφού μπήκαμε στο χορό ας χορέψουμε. Είμαι όλος αυτιά.

     – Ξέρω ότι εσύ υποστηρίζεις αν και με ενδοιασμούς  ότι το Δουλίχιο, –το κατεκτημένο μέρισμα του Λαέρτη–, πρέπει να πέρασε μετά στον εγγονό του, Μέγη, σαν προίκα της μάνας του Κτιμένης, –αν όντως ήταν μητέρα του, και του Οδυσσέα αδελφή–. Αλλά εγώ προς το παρόν προσπαθώ να το τοποθετήσω πρώτα γεωγραφικά, κι ύστερα ερευνούμε την σχέση του με την Ομηρική Ιθάκη. Ακόμα μας μένει πολύς χρόνος έρευνας και πολύ διαλεκτική. Λογικά θα πρέπει να αποτελούνταν από το βόρειο τμήμα της Ακαρνανίας, που πιάνει από τον Αστακό ως τον Αμβρακικό με σιαμαία πλέον τη Λευκάδα στο δεξί της μπράτσο, εσωτερικά από τη Στράτο ως το Βραχώρι, και από το νησιώτικο –τότε– σύμπλεγμα των Εχινάδων. Όχι των σημερινών Εχινάδων, –βραχονησίδες ακατοίκητες–, αλλά των Ομηρικών Εχινάδων που σήμερα οι περισσότερες είναι λόφοι, σφηνωμένοι στην αγκαλιά του απέραντου κάμπου που ζώνει τούτο το νησί που πατείς, ένα νησί από τις ένδοξες Οινιάδες!

     – Τώρα οι Οινιάδες είναι λόφοι; Θες να πεις ότι πιθανώς να υπήρχαν κι άλλες Οινιάδες, γι’ αυτό το όνομα αναφέρεται στον πληθυντικό;

     – Το ποιο πιθανό. Το βέβαιο είναι ότι το νησιώτικο σύμπλεγμα των Εχινάδων του πρίγκιπα Μέγη  όχι μόνο περιλάμβανε τις Οινιάδες αλλά και τα υπάρχοντα σήμερα νησιά, από την Οξιά ως το Μεγανήσι κι από το Βρόμωνα ως την Αστερίδα, Η φυσιογνωμία του τωρινού εδάφους είναι αλλοιωμένη αλλά αν ερευνήσουμε με προσοχή θα δούμε ότι υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις  πέντε αξιόλογοι λόφοι που ήταν τα μεγάλα νησιά και πολλά άλλα μικρότερα κι αμέτρητα βραχονήσια από τις Σκρόφες ως τα σπλάχνα της λιμνοθάλασσας… Και μην ξεχνάς ότι το ίδιο το Μεσολόγγι, είναι κτισμένο πάνω σε τρεις νησίδες που ενώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου…

     – Νίκο, σου έχω μιλήσει για τη δική μου θεωρεία, των αμφισβητήσεων, έτσι δεν είναι;

     – Απόλυτα.

     – Μιλώντας για το Μεσολόγγι. Ξέχασε για λίγο τις γεωμετρήσεις και πήγαινε στου Γιάννη για χέλι και πετάλι στα κάρβουνα. Έκτοτε δεν θα αμφιβάλεις ποτέ σου για τη γαστρονομική τέχνη που άφησαν στα μέρη μας Κουρήτες και Λέλεγες! Και εγώ, τώρα που μου κέντρισες την περιέργεια, σου υπόσχομαι ότι θα κάνω τα πάντα εδώ που βρίσκομαι να σου φέρω απαντήσεις για όλα, έτσι  θα γλιτώσουμε τις αμφισβητήσεις για πάντα.

     – Το “πάντα”,-αγαπητέ Άκαστε, δεν ταιριάζει στην ιστορία!

          Η lady Beauchamp, έχει πιαστεί στα δίχτυα του Σκωτσέζικου clan των MacKenzie και δεν βρίσκει δρόμο διαφυγής. Οι σκηνές εναλλάσσονται δραματικά στα δάση και τους ελεεινούς καταυλισμούς των δυο αντιπάλων, καθώς αυτή αμφιταλαντεύεται μεταξύ του άχθους της για τον γυρισμό στην εποχή της, και τη συμπάθεια που αρχίζει να γεννιέται μέσα της για τους βιγλάτορες της. Ένας καλότροπος δραγόνος με τη πλάτη ανασκαμμένη από το βούρδουλα –που ξέρουν να χειρίζονται μαεστρικά τα “κόκκινα σακάκια“–, προσφέρεται να ενώσει τη τύχη του για πάντα μαζί της. Το δίλλημα ανάμεσα στη καρδιά και στη λογική είναι συγκινητικό…

     Ο “Τρικενές” έχει πάρει μορφή ομηρικού αγγείου. Τα ανομοιόμορφα, –αλλά παρ’ όλα αυτά  κυβοειδή παγάκια–, σηκώνοντας μπόι στο ψιλόλιγνο ποτήρι, χορεύουν σε κύκλους όσου να θηλιάσουν δημιουργώντας ένα υδάτινο και ιριδίζον πρίσμα. Μέσα από το κρυστάλλινο θάμβος, αναδύεται αναπάντεχα ο Μέντωρ, τη στιγμή που ο δραγόνος αρχίζει να ξεθηλυκώνει τον περιπεπλεγμένο κορσέ της ωχρομέλαινας κυρίας.

     – Τι πληροφορίες έχεις μαζέψει ως τα τώρανε; –Μετά από τόσα χρόνια γαμβρός στο Ληξούρι έχει πλουτίσει το λεξιλόγιο του με λόγους “Τσι Παλικής”…

     – Μη με πιέζεις. Δεν έχουμε τα ίδια μέσα. Ανέβηκα το μονοπάτι για το μικρό οικισμό των μαραγκών και των καλαφάτηδων αλλά δεν είδα ψυχή τριγύρω και το νεώριο φαίνεται παρατημένο και μοναχό. Δέκα χρόνια εγκατάλειψη έχουν κάνει καταστροφή στο νησί.

     – Χάθηκε το χαροκαμένο πριγκιπόπουλο, –δεν εγύρισε–, ρήμαξαν τα πάντα οι μνηστήρες που κουβαληθήκαν στα πόδια της Πηνελόπης, ψάχνοντας ξένου κληρονομιές. Αλλά πες μου που είσαι τώρανε, με λεπτομέρειες; Που πας και τι είδες;

     – Όταν ήμουν πλέον εντελώς απελπισμένος σεργιανώντας τα μονοπάτια συνάντησα ένα παιδαρέλι ρακένδυτο και πεινασμένο και, με αντάλλαγμα το δισάκι που κουβαλούσα, με οδήγησε σ’ ένα παρατημένο καρνάγιο όπου περίμενε ένας ελεεινός ταρσός που θα ‘ταν προσαραγμένος τουλάχιστον μια δεκαετία. Το πανί του είναι κουρελιασμένο και οι σάπιοι σκαρμοί του αμφιβάλω αν θα κρατήσουν τα κουπιά… Πριν μ’ αποχαιρετήσει μ’ ένα μουγκρητό ευχαρίστησης και εξαφανιστεί τρέχοντας την ανηφόρα μου εξήγησε ότι το νησί λέγεται “Νεώς” –κι άλλοτε λεγόταν Ναυσιθόη– και το μεγάλο απέναντι του, –στα πέντε μίλια–, Λαις-σηνοι κι είναι η πρωτεύουσα των Οινιάδων. Θα προσπαθήσω να κάνω το γύρο του νησιού όπως μπορέσω κι ύστερα θα βάλω πλώρη για αντίπερα.

     – Φρόντισε να μου μεταδίδεις ότι βλέπεις και εντοπίζεις τριγύρω σου.

     – Ο περίγυρος στο νησί του νεωρίου είναι περίπου ογδόντα στάδια. Υπολόγισα ενάμιση μίλι την ώρα με το πανί και τα κουπιά κι άργησα δυο και κάτι ώρες. Λογάριασε. Τώρα βάζω ρούμπο για το μεγάλο νησί που σκεπάζει την ανατολή, πιστεύω θα ‘μαι κοντά του σε λίγο. Η απόσταση δεν είναι μεγάλη αλλά ο πλους είναι χαμαλίκι κι οι δίαυλοι δυσεύρετοι, ανάμεσα στους βάλτους και τις αμέτρητες βραχονησίδες, τις ψευδοξέρες και τους ατολόνες…

     – Τώρα όλο αυτό είναι κάμπος θυμάσαι. Όπως και η πίσω μεριά της λοφοσειράς που πας να συναντήσεις, μπροστά στο Φράξο. Εκεί βρισκόταν η λίμνη Μελίτη που πήρε το χρώμα και τ’ όνομα της απ’ τη σκιά των τεράστιων Μελιών που την τριγύριζαν. Τώρα έγινε εύφορος κάμπος και πλούσιος μετά την αποξήρανση.

     – Τι έδειξε το αποστασιόμετρο;

     – Το τρικαρδονήσι μετράει περίγυρα έξη και κάτι χιλιόμετρα φίλε μου Άκαστε. Ακριβώς όσα στάδια μέτρησες πλέοντας με τη βάρκα. Όσο για τη λοφοσειρά που μιλάμε,  έκανα το γύρο του βουνού απ τη μιαν άκρη ως την άλλη. Από την όχθη του Αχελώου ως το Λεσίνι και από κει ως το Φράξο και το Βαλτί. Είναι πάνω από διακόσια πενήντα στάδια! Μεγαλειώδες! Θυμάσαι καθόλου πως είναι στην επικαιρότητα το βουνό;

     – Ε πως, δε το θυμάμαι…

     – Η μορφολογία του είναι ανυποψίαστη, με φυσικούς αιγιαλούς και φυσικές τεράστιες δεξαμενές. Απομεινάρια από προϊστορικούς τάφους, σπήλαια και λαξεμένες πέτρες γεμίζουν τις κορυφές του. Δες από κοντά, έχω την υποψία ότι στο ύψος του ποταμού υπήρχε ιχθυόσκαλα και ότι στην αλλομεριά υπήρξε λιμάνι στη Μελίτη.

     – Τώρα που έχω πλησιάσει σχεδόν αποίκου ξεχωρίζω στη ραχιά οχυρωμένα τείχη κι ένα μεγαλοπρεπές κτίσμα  στη κορυφή του λόφου.

     – Με αφήνεις με το στόμα ανοιχτό. Σπουδαία έκπληξη. Είχες καμιά πληροφορία για κάτι τέτοιο; Χωρίς αμφιβολία αυτό το νησί έχει όλα τα φόντα για να ήταν με διαφορά η πρωτεύουσα των Οινιαδών και ένα από τα σημαντικότερα του συμπλέγματος των ιερών Εχινάδων.

     – Κρίμα που γνωρίζουμε τόσα λίγα. Αν υπολογίσουμε από το μέγεθος του και την μορφή του πρέπει αυτό να διάλεξε η Περιμήλη για να μεταμορφωθεί στους “προσηνείς” βράχους του όταν ο Αχελώος ικέτευσε τον Ποσειδώνα για το λυτρωμό της. Της ταιριάζει. Θυμάμαι το μύθο, πως μεταμορφώθηκαν απ’ την οργή των θεών οι ναϊάδες σ’ αυτά τα μικρά ιερά νησάκια, στις Εχινάδες. Αν και ξέρω ότι εσένα δεν σε συγκινούν εξόχως, –μιας και δεν βγήκαν απ’ το στόμα του Ομήρου αλλά από τον θνητό Οβίδιο–, άφησε με κάποια μέρα να σου διηγηθώ την ιστορία τους. Και τώρα πες μου αν το Λαις-σηνοι είναι η επικράτεια τότε τι ήταν το νησί στο τρικαρδόβουνο;

     – Το επίνειο φαντάζομαι, η νήσος του νεωρίου. Πριν να ’ρθω εδώ, έκανα μια εξερεύνηση στα ερείπια του ναυπηγείου όπως είναι σήμερα. Μάντεψε τι ανακάλυψα. Οι βάσεις στις κολώνες είναι κουμπωτές! Δηλαδή μυκηναϊκής εποχής! Κρίμα που δεν μπόρεσες να πλησιάσεις για να μου το επιβεβαιώσεις. Αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα, είμαι σίγουρος πως το πρωτογενές νεώριο είναι προϊστορικό και πάνω στο ίδιο έκτισαν νεώτερο τον πέμπτο η τέταρτο αιώνα. Κάποια στιγμή αν είμαστε τυχεροί θα το επιβεβαιώσει η σκαπάνη! Μπορεί γι’ αυτό να μην βρήκες παλάτια και αγροτικές κατοικίες, οχυρώσεις και ακρόπολη με βίγλες. Στην εποχή σου, –σ’ αυτή που βρίσκεσαι χάρι της Παλλάδας–, χρησίμευε και τότε σαν νεώριο αλλά ακόμη δεν είχαν κτιστεί οι “Οινιάδες” όπως τις βρήκαμε σήμερα. Όπως σου ανέφερα ήδη, το όνομα πρέπει να αναφερόταν σε όλες τις προϊστορικές νήσους που τώρα είναι λόφοι φυτρωμένοι στην αποτελματωμένη πεδιάδα. Όμως εμένα, αυτή η λοφοσειρά, –αυτό εδώ το υποτιθέμενο νησί που τώρα ιχνηλατώ με ζήλο–, μου φαίνεται  ποιο αληθινό, ποιο εντυπωσιακό και έτσι όπως θα ’ταν αγκαλιασμένο από τις παλιές εκβολές του Αχελώου πρέπει να ήταν περίλαμπρο. Κρίμα που κανείς, δεν σκέφτηκε ποτέ να κάνει ανασκαφές, μπορεί ίσως επειδή κατοικήθηκε στα νεωτέρα χρόνια και οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν αφανίσει τα προϊστορικά ίχνη. Μετά δε ακολούθησαν και οι αποστραγγίσεις βάλτων και λιμνών και… Ποιος ξέρει τι μπορεί να ανακαλύπταμε; Και με την ευκαιρία για να περάσει η ώρα ως την άφιξη σου στο ακρωτήρι, δεν νομίζω η λοφοσειρά να ’ναι το alter ego της Περιμήλης, και δεύτερον, ξέρεις τι σημαίνει ομηρικά, Λεσίνι;

     Καθώς συνέχιζε το μονόλογο του ο Μέντωρ, είχε αρχίσει να συννεφιάζει και οι μεταλαμπές που εξέπεμπε το ακτινοβόλο πρίσμα άρχισαν να χορεύουν στον ορίζοντα ξελογιασμένες από την αποκαλυπτική μαγεία της στιγμής. Τα κύματα κάθε φορά ποιο ανταριασμένα άρχισαν να κλυδωνίζουν τη μικρή ταλαίπωρη γαΐτα που παλινδρομούσε κάτω απ’ τα πόδια μου.

     – Νίκο νομίζω ότι έχω φοβερό πρόβλημα! Υποχώρησαν οι σάπιοι σκάροι, έχασα τα κουπιά και έχω μείνει ακυβέρνητος. Νικο…

     Η αχνή, –πολυδιάστατη– σιλουέτα, του υπερούσιου εκείνου ομηρικού πυγμαλίωνα, απομακρύνονταν κάπου μακριά, στα θέμελα του ουρανού….

     – Λαις-σηνοι, βράχοι προσηνείς. Το τοπωνύμιο είναι αναμφίβολα Ομηρικό! Όπως και το Διόνι, η Καλχίς, ο Αστακός ή Οβριά, ο Καστός που σημαίνει…

     – Δεν μπορώ να ελέγξω τη σχεδία, Μέντορα! Έχω διπλαρώσει τον κάβο και δεν μ αφήνει το ρεύμα να ορθοπλογήσω, ….και χωρίς κουπιά…! Μέντωρ…, μόλις έχασα και τον ιστό στη θάλασσα, και τα πανιά κουρέλια μούσκεψαν, -βάρυναν- και τραβάνε το σκαρί στο βυθό …

     – …Όταν επιστρέψεις, θα σου εξηγήσω και τη θεωρεία μου σχετικά με τον Ελειό, το Φράξο και τον Αχελώο!

     – Μα το Δια! Μέντωωρρρ,… Πάψε πια, βυθίζομαι, τι κάνω; Πως είναι δυνατόν να χαθώ έτσι τσάμπα, -μες στους βάλτους-, τρεις χιλιάδες διακόσια χρόνια πριν καν να υπάρξω! Ούτε που να ‘μουν μια άμοιρη νύμφη Εχινάδα. Πρέπει να αντισταθώ στο πεπρωμένο, δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου. Πρέπει να ξυπνήσω πια απ’ αυτόν τον εφιάλτη…! Μέντωωρρρ…

          Τεράστια γκρίζα κύματα, –μακρόσυρτα και αιλουροειδή–, διαπερνούν τσιρίζοντας τον κερατοειδή χιτώνα των ματιών μου κι αφού τρυπάνισαν μοχθηρά την κατάπληκτη ίριδα, συντρίβονται στην επιφάνεια του χοριοειδούς, σαν τα σάπια μαδέρια της σχεδίας, που τσακιστήκαν στα βράχια του κάβου. Χείμαρροι ξεπηδούν από τις σχισμές και πλημυρίζουν την ύπαρξη μου. Ύστερα χάνονται στα σκοτεινά στόμια θαλάσσιων άντρων σαν φίδια γλιστερά.

     Μια αποπνικτική ατμόσφαιρα δυσκολεύει την αναπνοή και μια αίσθηση ασφυξίας με ταξιδεύει μέσα από χίλιες στοές μουλιασμένες και ασύνορες. Αν το τέλος του κόσμου δεν είναι ακριβώς έτσι, σίγουρα του μοιάζει αφάνταστα. Μαζεύω όσο κουράγιο μου ’χει μείνει, πεταλουδίζω τα πόδια μου σαν δαιμονισμένος, και με το ένα, δυο, τρία, αναδύομαι!

     Το χαζοκούτι τα έχει πάρει στο κρανίο, έχει γεμίσει χιλιάδες ηλεκτρομαγνητικά κύματα, –αν και τώρα τα λένε Hertz–, και μεταδίδει ανατριχιαστικά ένα παρατεταμένο ρόγχο που εκείνη τη στιγμή μου φαίνεται σαν να είναι εξωγήινος. Το πρόγραμμα στη τηλεόραση έχει τελειώσει και το μισό ούζο έχει χυθεί στο αριστερό μπατζάκι διευρύνοντας την αίσθηση του κίβδηλου πνιγμού. Η “sassenach”, έχει εξαφανιστεί από την Οθόνη και δεν φαίνεται  κανείς από τους σκωτσέζους οπλίτες, ούτε οι καρό φούστες τους, ούτε άλογα, ούτε δάση. Τι διάβολο να συνέβη με την κυρία Beauchamp; Κατόρθωσε να γυρίσει στη εποχή της; Να πάρει η ευχή! Έχασα το τέλος κι από πάνω πρόδωσα και τη ιερή μου αποστολή και τι θα πω τώρα στον Μέντωρ. Αδιανόητο! Ούτε η ίδια η Αθηνά δεν θα προλάβαινε να με σώσει απ’ το ναυάγιο, –αν είχε μια στιγμή σιγοσταθεί για ν’ αντικρύσει τέτοιο κάλος–, δίχως να μεθύσει από έκσταση. Βέβαια αυτή έκανε το καθήκον της. Δεν θα μ’ άφηνε να χαθώ στους αφιλόξενους βάλτους του Λεσινιού. μου έσωσε τη ζωή… σ’ ευχαριστώ Παλλάδα!

     …Αλλά τι κρίμα! Είμαι σίγουρος ότι ο γέρο Πλίνιος θα προτιμούσε να χαθεί πριν να απαρνηθεί τέτοια απίστευτη πρωτοφανή αποκάλυψη. Γιατί εκείνη ακριβώς τη στιγμή που με ανέσυρε η θεά, μες από τα λυσσαλέα ρεύματα, –εκείνη ακριβώς την ανεπανάληπτη στιγμή–, είχαν ανοίξει οι ουρανοί κι είχε ξεδιπλωθεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου, ένα φαντασμαγορικό τοπίο…

     …Εκεί ψηλά, στη τρανή ράχη του βουνού, κάπου επάνω απ’ το Λεσίνι και τη Κατοχή, ξεπρόβαλε αργά αργά, –σαν σε κινηματογραφική παλιά ταινία–, ένα μυκηναϊκό, εντυπωσιακό και χρυσοπλουμισμένο, βασιλικό, υπέροχο παλάτι!

     Κι ακόμα –σήμερα– αναρωτιέμαι: Λες να ‘ταν αλήθεια!

[1] Στην αρχαιότητα νησί και χερσόνησος σήμαιναν το ίδιο.

 

Δημοσιευμένο στο ένθετο της ΑΙΧΜΗΣ τον Οκτώβρη του 15 έχει περιληφθεί στο βιβλίο μου στα ισπανικά “LOS SUSTRATOS DEL ALMA” σαν η ραψωδία ΧΙΙΙ, el intruso μέρος της τριλογίας ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ.

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *