Ραψωδία XIV. Η αρπαγή του “Γανυμήδη” γύρω στα 1936!


Ραψωδία XIV.

Η αρπαγή του “Γανυμήδη” γύρω στα 1936!

               Η τσιγγάνα παραμόνευε  κρυμμένη πίσω από την ανθόφορτη τριανταφυλλιά. Τα αγκάθια τρυπούσαν το σώμα της και αυτή γελούσε. Γελούσε ευχαριστημένη με το σχέδιό της. Επιτέλους είχε βρει τη λύση! Για δέκα ολάκερα χρόνια πέρασε βράδια θλιβερά προσπαθώντας να δώσει ένα παιδί στον κύρη της… μα μάταια! Τώρα θα του έφερνε ένα ανέγνωρο Μωρό, ένα πεντάμορφο κοπέλι με κόκκινα μάγουλα και ατέλειωτα βουρκωμένα μάτια. Θα το έκρυβε προσεκτικά στο μεγάλο -ψάθινο- καλάθι που είχε πλέξει μόνη της εκείνη και στη συνέχεια θα το έπαιρναν στα κρυφά μακριά, όσο ποιο μακριά μπορούσαν. Ύστερα,-σιγά σιγά- θα το μάθαινε να λέει το τσιγγάνο της, πατέρα, Μπάμπα ! … Μόνο που έπρεπε να βιαστεί.

           Αύριο το καραβάνι θα πόρευε για το βορρά και ο Νέϊμαν την είχε προειδοποιήσει -με μάτια ματωμένα- όταν ξυπνήσανε με την αυγή.

–Αύριο ξεκινάει το καραβάνι και εγώ είμαι ο αρχηγός τους. Με σεμ λενγκό µπαρό! Αυτό το ξέρεις. Αλλά οι πρωτόγεροι μου το ξεκαθάρισαν εδώ και μέρες. Θα βρουν καινούργιο Μπασσκάνι που να ‘ναι άξιος να παραδώσει στο λαό παιδιά αρσενικά. Αν συνεχιστεί αυτό -μοιραία- δίχως αλλαγές, κάποιος άλλος θα αναλάβει το κουμάντο. Θα δώσουν σε άλλον το γκουβέρνο, και δεν μπορώ να τ’ ανεχθώ. Ποιος είναι καλύτερος από μένα; Πρέπει να πορευτώ μαζί τους. Είναι το χρέος μου. Ξέρω τι πρέπει να κάνω!

Ναι. Μάντευε καλά τι θα έκανε αυτός ο άκαρδος τσιγγάνος. Από καιρό τον έβλεπε να περιτριγυρίζει εκείνη τη ξετσίπωτη, τη ψηλομύτα Γκιουτζίντα. Και το καραβάνι΄χρειαζόταν έναν µπαρό με κληρονόμους. Αν παντρευόταν την Γκιουτζίντα θα μπορούσε να του δώσει όσα μπαστάρδικα λαχτάριζε. Και έτσι οι πρωτόγεροι δεν θα ‘χαν κανέναν ενδοιασμό να τον διαλέξουν και πάλι αρχηγό. Και αυτή; … Αμ’ δε. Όχι! Τώρα είχε βρει τη λύση. Εκεί, -ανάμεσα στα αγκαθωτά τριαντάφυλλα- είχε ωριμάσει καλά το σχέδιό της. Θα περίμενε στο σκοτάδι, ασάλευτη, σιωπηλή, ωσότου  η “μάνα” χαλάρωνε την προσοχή της κι αλάργευε απ’ τη κούνα μια στιγμή. Τότες, θα πλησίαζε γρήγορα-γρήγορα, θα τύλιγε το Μωρό στην γκρίζα κουβερτίσα και θα ξεφευγε κρυφά από την μισάνοιχτη του κήπου πόρτα. Ύστερα πια κανείς δεν θα μπορούσε να της πάρει πίσω το “γιο της”. Και ο Νέϊμαν θα ξέχναγε μονομερίς το πλάνο βλέμμα της ξεδιάντροπης τσιγγάνας και όλα θα γυρνούσαν όπως στην αρχή. Όπως όταν παντρεύτηκαν -με τόσα όνειρα, τόσες ελπίδες- εκεί ψηλά στο προσφυγικό σταθμό. Ετούτη φεγγερή και λυγερόκορμη, και εκειός λεβέντης, ομορφονιός με ένα μεταξωτό πουκάμισο και ένα μαβί μαντίλι -χαρίσματα δικά της- τριγύρω στο λαιμό του. Ναι! Όλα θα γυρίσουν όπως τα είχε φανταστεί, και ο καταυλισμός δεν θα άλλαζε µπαρό γιατί τούτος θα ‘χε τώρα να καμαρώνει ένα ολόγερο Τσχαβό για κληρονόμο.

        Σε λίγο θα μπορούσε να θηλάσει, -πρώτη της φορά- το βρεφικό του στόμα, και θα αφουγκραζόταν το κλάμα του Μωρού που τόσα χρόνια λαχταρούσε. Θα νανούριζε τα μάτια του στα μάγουλά της, εκειά τα μάτια που τόσο πολύ ποθούσε. Αυτή η άγνωστη Μπαλαμνί, -η μάνα του-, ήταν τόσο γερή που σίγουρα θα ‘φερνε στο κόσμο όσα παιδιά πεθυμούσε η καρδιά της. Και ήταν όλοι τόσο στερημένοι σε κείνο το χωριό που σίγουρα θα περνούσαν μιζέριες για να τα μεγαλώσουν. «Όχι, καθόλου δεν με νοιάζει!». -Δικαιολογήθηκε. Δεν άξιζε να λυπηθεί τη Μπαλαμνί. Το ‘χε πάρει απόφαση. Θα προσμονούσε ν’ απομακρυνθεί μια στιγμή -εκείνη-από τη κούνια και τότες θα πρόφταινε να το αδράξει… Κανείς πια,-ποτέ- δεν θα την αποκαλούσε στέρφα, κανείς δεν θα την περιγελούσε. Θα είχε στασίδι το γιο της να τη στηρίζει και να την προστατεύει. Και ο παλληκαράς ο Νέϊμαν σύντομα θα ξεχνούσε. Μόνο να έφευγε η Ντέι η Μπαλαμνί από το πλευρό του… μόνο για μια στιγμή…

          Αναμέριασε η αδίσταχτη τσιγγάνα τις τριανταφυλλιές, ανασκούμπωσε το φόρεμα της να μην την εμποδίζει, ορθώθηκε με τα πόδια της να τρέμουν, έβαλε φτερά…πέρασε τον περίβολο, διάβηκε το κατώφλι σαν γυπαετός, κι άρπαξε το μικρό αγόρι, -μισοκοιμισμένο- στην αγκαλιά της. Το μωρό άνοιξε τα δύο του μάτια, φοβισμένο, και άρχισε να κλαίει δυνατά. Του έκλεισε απαλά το στόμα και το τύλιξε στη γκρι από αμπά κουβέρτα. Πισωδρόμησε, πέρασε το πορτέλο του κήπου -με την καρδιά της να χτυπά ασταμάτητη-, γερμένη να μην την θωρήσουν…, βγήκε στο ξάστερο και εξαφανίστηκε ανάμεσα απ’ τους θάμνους και τα ζόχια σαν αερικό. Τα αγκάθια είχαν ματώσει τα χέρια της, κι ο άνεμος τιμωρούσε το σώμα της που έκαιγε σαν πυρετός. Αλλά τώρα έτρεχε ελεύθερη στον άνεμο κι έκλαιγε, έκλαιγε από… ευτυχία.

Όταν γύρισε -ξημερώματα- στο καταυλισμό των τσιγγάνων, ήταν όλα έτοιμα για το ξεκίνημα. Πέρασε -σκυφτή- τη πόρτα από κεντητό ατλάζι, και μπήκε στο απλόχωρο τσιγγάνικο τσαντίρι. Ο άντρας της πουθενά! Τα συμπράγκαλα ήταν σωριασμένα καταμεσής, έτοιμα για το ταξίδι.

-“Ώστε είχε αποφασίσει να την παρατήσει, να φύγει… Μόνος. Δεν τη λογάριαζε πια.” -Αγχώθηκε.

Ήταν ξεκάθαρο! Θα έφευγε μόνος, θα την απαρνιότανε ο άτιμος Γύφτος! –σκέφτηκε. Ωστόσο, -χαμογέλασε πονηρά-, όλα θα άλλαζαν όταν θα έβλεπε το Μωρό. Δεν χωρούσε αμφιβολία! Στην αρχή, -έτσι για να τον εκδικηθεί,- θα του το έκρυβε, περιμένοντας να της πει τι είχε αποφασίσει ο καχύποπτος νταής. Και στη συνέχεια,…ω έκπληξη! Θα τον έπαιρνε απ’ το χέρι και δίχως να βγάλει λαλιά, θα τον έφερνε στην αγκωνή, πίσω από τα σωριασμένα τζάντζαλα και θα τον παρακινούσε -συμμερίζοντάς τον- να ξετρυπώσει το καλάθι, κρυμμένο κάτω από την άξαστη βελέντζα. Δεν μπορεί, αυτά τα αναμμένα μάτια, θα τον έκαναν να ξεχάσει γρήγορα τα δέκα χρόνια ακληριάς, το τρομαγμένο παρελθόν, την έγνοια για την ηγεσία, την αδιάντροπη Γκιουτζίντα που του ‘χε σκοτίσει το μυαλό. Aχ! Χωρίς το μωρό σίγουρα θα έχανε το Νέϊμαν της από τη λεγάμενη, την άκαρδη τσιγγάνα. Όμως τώρα όλα θα βολευτούν. Καλύτερα να μην το σκεφτόταν άλλο… Τώρα είχε βρει τη λύση… Ξάπλωσε στο χαλί και έκλεισε τα μάτια ευτυχισμένη.

                   Στο σύθαμπο αισθάνθηκε ξαφνικά μια αόριστη ανησυχία να κατακλύζει το μυαλό της. Σαν να τρυπούσαν τα αγκάθια εκείνης της τριανταφυλλιάς -τραγικά- τον εγκέφαλο, παραλύοντας το σώμα της. Μάντεψε μέσα στο βαθύ της ύπνο την παρουσία μιας σκιάς που απειλούσε την χαρμοσύνη της. Αδιαπέραστο σκοτάδι απλώθηκε πάνω στα βλέφαρα της. Βασίλευε ο τρόμος στην ψυχή της και δεν αγρικούσε αν ήταν ξύπνια ή κοιμισμένη.

Σηκώθηκε ασυνείδητα, στυλώνοντας τα δύο τρεμάμενα πόδια της, παλεύοντας να ξεπεράσει τους ζοφερούς οιωνούς που την έζωναν. Το χλωμό φως της αυγής χόρευε ανυπόφορα στα σκιαγμένα μάτια της… Και τότε τον είδε! Ακουμπισμένο πάνω στο στρωσίδι, σιωπηλό, με τα μαλλιά ανακατεμένα σαν μεθυσμένος πειρατής. Με το μεταξωτό πουκάμισο ξεκούμπωτο, –το ίδιο που πρωτοφόρεσε στο γάμο τους–, …με το μοβ μαντίλι κρεμασμένο γύρω από το λαιμό του. Με το ατσάλι ανάμεσα στα δάχτυλα! Ένιωσε τη καυτή του ανάσα στο πρόσωπό της. Τον αισθάνθηκε παράξενο, σκληρό, απόμακρο, με μια μπαμπέσικη απειλή στα μάτια… φοβήθηκε… έπρεπε να του ξομολογηθεί το μυστικό αμέσως,…το γρηγορότερο, Τώρα! … να προλάβει… “Γυφτο μου… Ρομ μο

           Η αδύναμη φωνή της χάθηκε στο ανταριασμένο στήθος της, τα χείλη της σφράγισαν με τρόμο, τα πόδια της παρέλυσαν σαν το λειωμένο σύρμα. Έκανε δυο βήματα προς τα πίσω… σκόνταψε, έπεσε στα γόνατα πάνω στο βρεγμένο χώμα. Είδε το χνουδωτό του χέρι να σηκώνετε, το ακτινοβόλο ατσάλι στο χέρι του, τον είδε να πλησιάζει αργά-αργά, ασυγκίνητο, σαν να ζωγράφιζε φίδια στον αέρα. Ένιωσε τα αγκάθια στο σώμα της να την τιμωρούν… τα ‘νοιωθε να σπαράζουν το πετσί της… και ύστερα μέσα σε λυγμούς κι αλάφιασμα αισθάνθηκε ένα πυρωμένο πόνο να ξεσκίζει τη κοιλιά της, σπαράζοντας το στήθος της, κάνοντας χίλια κομμάτια την καρδιά της. Προσπάθησε να σηκωθεί με το μαχαίρι βυθισμένο στα σπλάχνα της, να σταματήσει το ποτάμι το αίμα που ανάβλυζε πλημμυρίζοντας το νου της, να δαμάσει τα κύματα που ξεχείλιζαν στο παραλήρημα της, να ξεράσει στην άβυσσο την αιματόχρωμη αλμύρα που πλημμύριζε τον ουρανίσκο. Αλλά τίποτα δεν την όριζε. Ούτε το λογικό, μήτε τα γόνατα της. Κατέρρευσε, παραδίνοντας τη τελευταία της σκέψη στο βαρκάρη του Άδη που την περίμενε ασάλευτος στην όχθη της κόλασης.

     – Σου έφερα… εδώ,… σου έφερα να γνωρίσεις το γιο σου, –Μόλις μπόρεσε να αρθρώσει ανάμεσα σε στερνά αναφιλητά.

– Δύστυχη τι έκαμες, -φάρδυνε, τεράστια, σαστισμένος, τα μάτια του ο Γύφτος.

Η ψυχή της είχε πετάξει ήδη μακριά, όταν έφτασε, -μακρινό, διαπεραστικό ανάλλαχτο-, ως τις χαμένες της αισθήσεις, το παραπονεμένο κλάμα του παιδιού…

Παράτησε ο τσιγγάνος το λεπίδι ματωμένο ανάμεσα στα στήθη της, και έντρομος στριφογύρισε τη ματιά -ολόγυρα- να μαντέψει, να αφουγκραστεί από που ερχόταν εκείνο το μονότονο κλαψιάρικο μουρμουρητό. Με έκπληξη είδε στην ακρογωνιά, πίσω από τις στοιβάδες, το ψάθινο κοφίνι καλυμμένο με το πάπλωμα. Σύρθηκε μέχρι εκεί και άπλωσε τα χέρια του τρέμοντας σαν να ικέτευε τον ξωτικό Θεό -αυτού του μικροσκοπικού πλάσματος- να τον συγχωρέσει. Δειλά δειλά, πήρε στα χέρια του το καλάθι, πλεγμένο από καλάμι, το κάλυψε προσεκτικά να μη ταράξει το μικρό σώμα, κουλουριασμένο στο βάθος, ζαρωμένο απ’ τα δάκρυα, και βγήκε στο θαμπωτικό φως της αντηλιάς που παιχνίδιζε με το χάραμα, με τις σκέψεις μουδιασμένες, άλαλος από την μακάβρια τροπή των γεγονότων, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη, χωρίς να μπορεί να ρωτήσει, να βρει, τι πραγματικά συνέβη …

Απέξω, περίμενε υπομονετικά το καραβάνι να λάβει σινιάλο για τη καινούργια έξοδο, -αραδιασμένοι στη σειρά οι άνδρες και τα άλογα- με τις καρότσες έτοιμες, , ένας λαός χωρίς προορισμό, χωρίς στόχους, χωρίς πατρίδα.

          Από τη νοτιά -αλάργα- ξεχώριζε στον ορίζοντα, ανεβαίνοντας το λόφο, ένα οργανωμένο πλήθος, με αναμμένα νυχτοφάναρα, στειλιάρια και πέτρες στα χέρια, με την οργή ζωγραφισμένη στα μάτια. Ένας φουσάτο χολιασμένο ,με δήμιους και βασανιστές, θεράποντες και εκτελεστές, που αναζητούσε το παιδί που είχε κλαπεί από το πατρικό του. Του δήμαρχου το στερνοπαίδι. Κάποιοι ξεκρίναν τη γύφτισσα -το περασμένο βράδυ- να δραπετεύει απ’ το χαμόσπιτο με το μωρό στην αγκαλιά και δεν άργησαν -μονοστιγμίς- να οργανώσουν μια περιπολία πολιτών για να αξιώσουν το δίκιο τους.

– Τιμωρία στον άθλιο. Θάνατος στον  κλέφτη,…η ντροπή να πέσει στα παιδιά του! – Φώναζαν καθώς διαβαίνανε την ανηφόρα.

– Αυτός είναι ο Γύφτος, ο κλέφτης, με το παιδί στην αγκαλιά. – Μήνυσε κάποιος απ’ το πλήθος.

– Το…το γεμίζει ακόμα φιλιά… καθώς το μωρό υποφέρει… Να τον παλουκώσουμε! -απάντησαν οι υπόλοιποι με αηδία.

– Θαρρεί πως είναι ο Ζευς που άρπαξε το Γανυμήδη! -μουρμούρησε μιλώντας από μέσα του, ο μεσόκοπος δάσκαλος του συνοικισμού που όλα τα ανήγαγε μεταφορικά στην ελληνική μυθολογία.

          Ο Νέϊμαν ακούμπησε το κλεμμένο αγόρι στη νωπή γη, έπεσε στα γόνατα, έσκυψε το κεφάλι, φίλησε τα δακρυσμένα μάγουλα του τρυφερού μωρού, και στη συνέχεια σύρθηκε παράμερα, έκλινε το κεφάλι να ακουμπήσει στο στήθος του, και ξέσπασε σε ένα πικρό απαρηγόρητο λυγμό. Ο συρφετός τον περικύκλωσε με ξύλα και πέτρες, και την ποθερή εκδίκηση στα μάτια.. Ο Aζραέλ, ο οδηγός των δυστυχισμένων έρημων ψυχών αιωρούνταν πάνω από τα λιβάδια με τους ασφόδελους. Η γυναίκα του δημάρχου, η ταπεινωμένη μάνα, έριξε την πρώτη πέτρα καταπάνω στο καμπουριασμένο κορμί του ακριμάτιστου τσιγγάνου… Ύστερα, ένας ένας, πήραν όλοι πίσω ένα μερτικό απ’ το κλεμμένο δίκιο τους. Όταν τελείωσαν, σήκωσε η μητέρα στην αγκαλιά της το αβάφτιστο παιδί και εξοργισμένη κλώτσησε με μανία το άψυχο σώμα του τσιγγάνου…

          Οι καρότσες βάδιζαν γρήγορα, -χωρίς κεφαλή, δίχως Μπασσκάνι-, προς το βορά, τραγουδώντας -“Εν χορώ“- έναν ψαλμό για το συχώριο της ψυχής του. Το μωρό είχε σωπάσει το κλάμα και κοιμόταν -αγαλλιασμένο πια- στο μητρικό στήθος.

           Πάνω από το εγκαταλελειμμένο καταυλισμό των τσιγγάνων αρχίσαν να μαζεύονται ανυπόμονα τα όρνια του ουρανού!

Η ραψωδια  XIV απο το βιβλιο στα Ισπανικα LOS SUSTRATOS DEL ALMA

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.