Ραψωδία XIX. Διψασμένες ψυχές.


 

Ένα ένα θα μεταφράσουμε και θα ανεβάσουμε στο blog τα 19 relatos του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε  “Los sustratos del alma”. Oρισμένα ήδη ανεβασμένα θα ανέβουν επιμελημένα και ποιο επίκαιρα. Αρχίζουμε από το τελευταίο που έδωσε την ιδέα και το όνομα στο βιβλίο.

1.

                  Βρισκόταν ένθετο στο ενδιάμεσο κάποιου προσχεδίου, -ένα διάγραμμα ακαθόριστο! Το ακροατήριο –εκείνα τα άδολα πλάσματα φτιαγμένα από ύλη, μέλι και σύντηξη– σχημάτιζαν ολόγυρα φιδωτούς ζυγούς. Κι όπως το ομοίωμα λικνίζονταν, μεταμορφώνονταν σε εφήμερες παρφουμαρισμένες δαντέλες και σε αντίλαλους μιας ανυλοποίητης, αγήρατης ουσίας.

     –¡Εγώ το θέλω για δικό μου! –αναφώνησε ο Δάντης,  -χωρίς κάποιος να του δώσει σημασία.

     Υποχρεωμένοι να εκτιμήσουν την μορφή και την διάταξη του όντος, επιλέξανε το περιστασιακό φάσμα και το υδατικό κατηγορηματικό του αμάλγαμα. Η διεθνοποίηση του – εκτός αμφιβολίας- διαπρεπής και συμβάλλουσα, γεμάτη επιβαρύνσεις, μεταρρυθμίσεις  και εκτιμήσεις απορροφιόταν ανάμεσα σε αναθυμιάσεις, εξαχνώσεις  και γήινα σωματίδια απο  μικροσκοπικές ακίδες, αθώρητες από το φασματικό υδροσκόπιο.

     –¡Εγώ το θέλω για δικό μου! –επανέλαβε ο Δάντης, ρυτιδώνοντας το τσαούλι και δαγκάνοντας τα χείλη.

     Έδινε την εντύπωση μακρόστενου, λεπτοκαμωμένου, αμυδρά κωνοειδές, μάλλον ορθογώνιο ή τετραγωνισμένο. Ομοιόμορφο ή πολύμορφο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αν οι μορφές είχαν πάντα ευπείθεια, συστατικά και παράγοντες. Αλλά δεν είχαν. Ήταν όλκιμες, σύμφυτες, υποδηλωτικές, αδέσποτες, συγκινησιακές, μεταβιβάσιμες,  εναλλάξιμες, αντιφατικές, εύθραυστες…

     –¡Αν είναι έτσι, κι εγώ το θέλω για δικό μου! – Πρόσθεσε ο Κουαρτάριους.

     –Απαγορεύεται να το αγγίξεις! –ξέσπασε σαν μαστίγιο η φωνή που το περιφρουρούσε.

     Όμως ήδη εκείνος είχε προφτάσει να αισθανθεί την συγκαβατική αφή του.

     –¡Δεν πρόλαβα να το ψηλαφήσω σε βάθος! Δεν αφομοίωσα πως είναι στη πραγματικότητα. Δεν μπόρεσα… –απολογήθηκε αυτός τρεις φορές.

     Και παρ’ όλα αυτά, ήταν εξόφθαλμο. Τρυφερό. Με ασέλγειες ακατέργαστες. Εύθρυπτο  σαν ευαίσθητο κρύσταλλο. Ακαθόριστο στο άγγισμα του. Άπνοο. Αλλά συγχρόνως στερεό. Στέρεο, ολισθητικό, αμβλύ, βαμβακένιο και πρωτόλειο. Μεταμορφωνόταν με το άγγισμα. Ευθυγραμμιζόταν. Άλλοτε μετατρέπονταν σε οφιοειδές, ακμαίο και οξύαιχμο.

     – Το μόνο που αισθάνθηκα στο πετσί μου ήταν μια ζεστή πνοή στο άγγισμά του ,  – ψιθύρισε στο αυτί του Ιβάν ο Κουαρτάριους.

    Η θερμότητα -εκείνη η ζεστή πνοή- ελάμβανε επιφανειακή αίσθηση στην επιδερμίδα. Αντίθετα το άλγος εισχωρεί στην ίδια. Παρόλο που ο πόνος δεν είναι το αντικείμενο της επαφής, είναι ο αγωγός της διάθλασής του. Όπως τα συναισθήματα και η διαίσθηση του κινδύνου, προάγεται μέσω της ιδίας. Η αόρατη υποστρωματική ύλη απορροφά αισθαντικότητα, επίγνωση και ανησυχίες. Η οργανοληπτική της αντίληψη ελκύει δεσμικά τα υποτονικά, τα ψυχρά και τα διαχυτικά. Την αδιαλλαξία του διφορούμενου ή του επικυρωμένου. Όταν βιώνεις ταυτόχρονα όλα αυτά σε ανιούσα προαγωγή -όπως αναλώνει με βία η πυρκαγιά- το ονομάζεις Απτική αίσθηση. Η απόλυτη απουσία αίσθησης άλγους – που ομοίως διαισθάνεται, μέσω της επιδερμίδας- ονομάζεται αναλγησία!

     – Σχηματίστε ένα κύκλο πιασμένοι απ’ το χέρι –τους κάλεσε βιαστικά η Αστρέα.

     –Και μετά τι κάνουμε; –διαμαρτυρήθηκαν όλοι ξεφωνίζοντας.

     –Πάρτε αναπνοή! Αναπνεύστε βαθιά. Απαλλαχθείτε από την έγνοια και οσφρανθείτε. Νιώστε ότι η αύρα σας μεταφέρει στις αισθήσεις. Μυρίσετέ το να δείτε τι γεύση έχει, που σας ξεναγεί που σας ταξιδεύει, πως σας ερωτεύει…

     Η όσφρηση συγχρονίζεται. Μεταβαίνει μέσα από βάραθρα, κυματισμούς και ερεικώνες. Από κοιλάδες, υψίπεδα και πεδιάδες, σαν άνυδρος άνεμος ή κρυσταλλένιος. Αλκαλικό ύδωρ ανθρακούχο. Μόρια μετέωρα μέσω νεφών ή σε υπεδάφιες κρηπίδες. Μοσχοβολιά από γόνιμη γη και δάση πυκνόφυλλα κι απρόσιτα. Αλλά <Εκείνο> μοσχομύριζε χωριάτικο ψωμί φρέσκοψημένο. Νερόμυλο και κριθάρι αλεσμένο, ρυάκι γάργαρο κι αλεύρι σιταρένιο αλωνισμένο ανάμεσα σε ευωδιαστά ηλιοτρόπια.

     Ανάσαναν…

     –Αισθάνθηκα κάτι αισθησιακό! – στέναξε παραμιλώντας κάθιδρη η Πανδώρα.

     –Ναι, ναι! Και εγώ το αισθάνθηκα –επικύρωσε η Λιλού, και ροδοκοκκίνισαν τα στρουμπουλά της μάγουλα.

     Αναπόδεικτο. Αιθέριο. Αποκλειστικό και αμεταβίβαστο. Γοητευτικό αλλά συγκρατημένο. Οικουμενικό και όξινο. Αισθαντικό, συγκινησιακό ή ερωτογενές. Γαλήνιο και ευαίξαπτο. Ενδείκτης ψυχικής διάθεσης,  ευαισθησίας αλλά και ευμάρειας. Με μύρωμα νεροποντής. Με άρωμα χιονοστιβάδας. Νέκταρ που ξεχύνεται απ’ τις φλέβες των ολύμπιων θεών και πλάθεται με την βρεγμένη άμμο. Όλα είναι μοσχοβολιά κι αναθυμίαση. Το περιτυλίγει και το μετατρέπει σε εικαστική μορφή με σάρκα και φυσιογνωμία. Αστάθμητη σάρκα και  αδιαμόρφωτη που τ’ άρωμα της αναβλύζει από τα αδιάκριτα διάκενά της.

     – Εγώ το θέλω για δικό μου! –επέμενε ο Δάντης, φτερνοκοπώντας το δάπεδο.

     –Κανένας δεν το έχει κοστολογήσει ως τώρα! –Τον αποπήρε ένας γιαπωνέζος με μια Nikon 5D, κρυμμένος μες στο πλήθος των επισκεπτών και ενεργοποιώντας το φλας εκτοξεύοντας εκατομμύρια αναλαμπές σαν να ‘ταν πολυβόλο.

     Ξαφνικά η ίδια “Σκιά”, που το περιφρουρούσε πλησίασε και το αναποδογύρισε. Ουρανοί! Ναι ήταν αεροδύναμο! Και περιστρεφόμενο!

     Τα φτερά του ακτινοβόλησαν μαρμαρυγές και κεραυνούς. Μαιανδρικές γραμμές από φωταύγειες και ιόνες φωσφορίζοντες. Απελευθερωθήκαν χρωστικές αλκαλικές διαρροές, μαλαματένιες διαφάνειες. Ορισμένες σε μπλε βαθύ και άσπρο. Το νερένιο ψύχος του αξετύλιχτου δαχτυλιδιού, φορτωμένο ήλιο και υδρογόνο ή απλά με αγέρα από πουνέντη, –θαλπερός και δροσάτος–, διαμελίστηκε σε εκατομμύρια αθέατους χαρταετούς και αστεροειδείς. Ο Βορέας περίβλεπτος και παγερός, κατέφθασε πολιορκώντας το ζωτικό χώρο, μασκαρεμένος με αποχρώσεις από κοβάλτιο, θειάφι και βιολέτες. Ο Νοτιάς -κυματιστός -φυσούσε μονάχος, παλινδρομώντας, αναλαμβάνοντας την ισορροπία και τη σταθερότητα της αναδυόμενης φύσης.

     –Είναι περιστρεφόμενο! –ζητωκραύγασαν Βέστα, Πρωτογένεια, η Ντανιέλλα και ο Οβερόν  στον ίδιο τόνο.

     –Απλώς είναι περιφερικό –τραύλισε η νεαρή Μαρ.

     –Και ασώματο! Άυλο. –ακούστηκε μια δυσδιάκριτη φωνή από μακριά.

     – Όχι! –επέμειναν ο Οβερόν και η Βέστα–. Είναι ουσία. Όλα είναι υλική φύση. Αΐδια. Ανόργανη,… αλλά ύλη. Είναι μεταφυσική φιλοσοφία.

    Συνέβη εκείνη ακριβώς τη στιγμή όταν ένιωσαν την γεύση του. Εξαιτίας της αναλογίας των συγκαλυμμένων σωματιδίων και των απελευθερωμένων ηλεκτρονίων, αισθάνθηκαν εξαρχής, -καθισμένα πάνω στη γυμνή σάρκα των χειλιών, κι από ‘κει διακινούμενα ως  την εκλεκτική υπερώα του ποιο απαιτητικού γευσιγνώστη-, τον κνησμό της ποιο υπερβολικής,  οξυμμένης και ευφραντικής ηδονής. Η γεύση από καρυκεύματα εμπλουτισμένα στις βουνοπλαγιές και τις κοιλάδες, από λωτούς και υάκινθους, κολομπίνες, εσπενγουλάριας ή ευφορβίες -σε θεσπέσια παρακμή- λίγο πριν την οριστική εξαφάνιση τους. Ο πόθος ανατρεφότανε με ανθόμελα και γευστικές αισθήσεις από σιρόπι και μαρμελάδα, γλυκόπικρη, επίγευση από κίτρο .

     –Το δάγκωσα γερά να δω τι γεύση έχει –Τόλμησε με θρασύτητα και προφυλάσσοντας μη δεχτεί  την παρατήρηση του αναπόδραστου κηδεμόνα του ένας λιπόσαρκος κρεολός που αλήτευε αποπροσανατολισμένος ανάμεσα στα πειθαρχημένα σχολιαρόπαιδα, του… “Έκτου Προαστείων”.

     – Και τι γεύση έχει; –δυσανασχέτησαν με αποφαντική ταυτοφωνία οι περισσότεροι από τους παριστάμενους.

     – Έχει τη γεύση από αγιάζι! Από θερινό νιφετό κι από ξεθυμασμένη πάχνη. Η όλα μαζί.

     Όραση!

     H ομήγυρη πολύγλωσση, κεφάτη, πολύβουη, ανήσυχη και καπριτσιόζα, διψασμένη για διδαχές του ανεξερεύνητου, σχημάτισε ένα κύκλο. Ένας ένας κάθισαν στα γόνατα καρφώνοντας τα βλέμματα στη μεγάλη οθόνη από υγρό κρύσταλλο, που αιωρούνταν πάνω από το κεντρικό ημικύκλιο της αίθουσας που φαινόταν πνιγμένη σε ένα πυκνό νεφέλωμα. Ξαφνικά ζωγραφίστηκε στον αέρα μέσα σε φωτεινές εικονογραφήσεις μια πομπή από ανάγλυφες εικόνες, χοϊκοί σχηματισμοί, συμπτωματικοί, ανάδευση, αμυδρές συνάμενες συσπάσεις, χρωματισμοί και πορφυρές αυλαίες που ανοιγόκλειναν, αδέσμευτες και παθιασμένες. Μια σαγηνευτική πομπή από μορφές αφανισμένες, συμπυκνωμένες σε υποταγές και πειρασμούς, σε φάσματα και αιτίες, οράματα παιχνιδίζοντας σε μια άμμο λευκόγκριζη, μαλαματένια. Μια πομπή ανάμεσα σ’ ασφοδέλους διαιωνίζοντας τις κλινοσκέπαστες ψυχές, ανευόδωτες και λαγγεμένες,  αποσπασμένες ανεξήγητα απ’ τους θρυλικούς ήρωες τους.

     Στο βάθρο της πομπής ο Όμηρος περιπλανιόταν σε φαράγγια, θρηνώντας την φονική του ἀνοψία. Ο Λόρδος Βύρων, τη μισαλλοδοξία των δικαίων και τους μοιραίους ελώδεις πυρετούς του Μεσολογγίου. Ο Δομίνικος -επονομαζόμενος Θεοτοκόπουλος– ενάλλαζε τα πετάματα της εύπλαστης και ελαστικής σκηνής, παρουσιάζοντας στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα -σε προβολή- ένα οξύληκτο αμυγδαλώσχημο πηγούνι που ανήκε στον Δον Αλόνσο Κιχάδα*, Κύριο της Βιγιαγκαρθία του Κάμπου. Ο Κρίστοφερ Μάρλοου –ο δραματουργός– άφηνε την ύστερη πνοή του σε ένα ταβερνείο για χάρη και δόξα των δραματοποιών. Η πομπή των διαφανειών πάνω στην άσπιλη οθόνη που κρεμούσε από τα προπύλαια του εκθετηρίου τέλειωνε προσφέροντας την ζωτική θεωρεία της δημιουργίας μιας ανεξήγητης οντότητας κατά τον Αριστοτέλη των Σταγίρων. Την Αβιογένεση!

     –Τι ωραίο που ήταν! –παραπονέθηκαν όλοι συγχρόνως, όταν τελείωσε.

     …Έδειξαν ξεκάθαρα την δυσφορία τους ο Ιβάν, η Λιλού και η αδιατάραχτη Άδα.

      –Και τι κρίμα που τέλειωσε!

       Η όμορφη τριαντάχρονη παιδαγωγός των αρχαίων ελληνικών, με την δίχρωμη θαλασομενεξεδένια κορδέλα που συγκρατούσε την αυτοκρατορική της χαίτη, ανακλάδισε τα χέρια σε σχήμα σταυρού και υποδέχτηκε τα χέρια των μαθητών της σε κάθε της παλάμη. Ύστερα ένας ένας συμπλέχτηκαν σ’ εκείνον τον ατέλειωτο δακτύλιο. Έτσι αγκαλιασμένα πάνω στη γραφική ευθεία και στις καμπύλες της, απομακρύνθηκαν από το ικρίωμα όπου παρέμενε εκτεθειμένο εκείνο το παράξενο αριστούργημα!

     Η επιγραφή -που διαφήμιζε την έκθεση- ανάγγελλε φωσφορίζοντας γύρω από τα κεκλιμένα καλλιγραφικά γράμματα:

                   ¡L o s    S u s t r a t o s    d e l    a l m a! **

 

   * Don Quijote de la Mancha

** Τα υποστρώματα της ψυχής (Το υπέδαφος της ψυχής)

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *