ΧΑΝΙΑ, του Κρητικου η οψη


CHANIA / XANIA

του Κρητικου η οψη

                    Δεν εννοείται Χανιά, χωρίς το Porto Veneziano. Για να γίνω ποιο ξεκάθαρος τόσο το τρίορμο Ενετικό λιμάνι της Canea, όσο και το αδευτέρωτο, επιτρέψτε μου το λαϊκισμό, ξενοδοχείο ιδίου ονόματος που δεσπόζει στην αριστερή γωνία της μεσαιωνικής προβλήτας. Τα μπροστινά και ανατολικά δωμάτια προσφέρουν μια κοντινή, απλή, αλλά ταυτόχρονα γαλήνια και ηδονική θέα που καταστέλλουν τη ψυχή, τις σκέψεις και τις εντάσεις της καθημερινότητας. Στη λοξοτομή, (σπάνια ένας αγγλισμός προέχει, όπως το chanfer”, μιας Ελληνικής λέξης), βρίσκονται οι έξη σουίτες του κτηρίου. Η Νº10 είναι η Sénior, και η Νº8 η Junior, μικρότερη αλλά με ποιο κατηγορηματική θέα. Οι τιμές είναι αρκετά προσιτές, ανακαινισμένο τo κτίριο, το πρωινό γιαούρτι αυθεντικότατο, η τσικουδιά του Νεκτάριου δεν βασανίζει τα σωθικά αλλά ευφραίνει, και ο πολύβουλος ιδιοκτήτης και επιστάμενος είναι μοναδικά πλαισιωμένος από ευγένεια, εξυπηρέτηση και “Αγάπη”. Η επαφή στο, τλφ. 28210 27100, hotel@portoveneziano.gr. Αν παρ’ όλα αυτά κάποιος θέλει να φιλοξενηθεί σε άλλο κατάλυμα της πόλης, με πισίνα, παραλία και λοιπά έχει όλο το δικαίωμα γιατί εδώ θα μιλήσουμε για τα Χανιά και τη μαγεία τους κι όχι για χώρους διαμονής και τα καπρίτσα του καθενός. Εγώ έχω έρθει πολλές φορές στη Κρήτη και η καρδιά μου έχει μείνει στα Χανιά. Κι από τότε όταν θέλω να ταξιδέψω, έστω στα όνειρα μου, πετάω μια στιγμή πριν ως εκεί και λέω έστω μια καλημέρα.
Είναι το νησί μια ευθύγραμμη παράλληλος που υπογραμμίζει το Αιγαίο. Κι οι κάτοικοι του σε δένουν αμέσως στο ζωνάρι τους με δεσμούς όχι θετούς ή γεωγραφικούς αλλά αυθόρμητους. Έτσι αυθόρμητος είναι και ο Χανιώτης, περήφανος αλλά και ταπεινός, αναρχικός αλλά συναισθηματικός, ανοιχτός και φιλόξενος. Όμορφος κόσμος αισθησιακός δίχως να αλλάξει κρέντο, αιωρούμενος στο διάβα τόσων αιώνων. Με αυτό το οδοιπορικό ημερολόγιο ή “ταξιμερολόγι”, όπως το συνηθίζω, που συντηρώ για κάθε καινούργιο προορισμό, δεν είχα ποτέ την πρόθεση να διεκδικήσω τα πρωτεία από τους τουριστικούς οδηγούς αλλά μόνο να χρησιμεύσει, αν γίνεται, έστω σε έναν από τους γνωστούς και φίλους που θα ζητήσουν τη γνώμη μου όπως εγώ ζητάω τη δικιά τους. Γι’ αυτό όταν επιμένουν να τους πω ποιό είναι το καλύτερο μέρος για φαγητό στα Χανιά…Μάμα μία. Έχει φάει, ερωτάω, άσχημα κάποιος στη Κρήτη; Και το λέει στ’ αλήθεια; Δεν του αρέσει ο ροφός η στείρα, το αντικριστό, τα καλτσούνια, οι μπουρμπουριστοί χοχλιοί; Τα ολόφρεσκα κηπευτικά που μοσκοβολούνε γη; Η ρακί ή το λευκό βιλάνα; Μια ιδιόμορφη κακαβιά στην Αντιγόνη, είκοσι μέτρα δεξιά του Porto Veneziano, επί της ιδίας ακτής ενώσεως, θα φτάσει για δυο άτομα να σερβιριστούν από δυο και τρεις φορές. Με λίγα καλτσούνια μεικτά για μεζέ μέχρι να γίνει η σούπα και καλό κρασί από βιδιανό άσπρο σταφύλι, θα μείνει ικανοποιημένη η τσέπη αλλά ιδιαίτερα περιχαρής ο ουρανίσκος. Τώρα, μιλώντας για χοχλιούς όπως εμένα μου αρέσουν, ετοιμαστείτε και φεύγουμε για τις πηγές Αργυρούπολης! … Ξέρω θα μου πείτε, μα η Αργυρούπολη είναι Ρέθυμνο που κολλάει στα Χανιά. Εξ αγχιστείας, εξ συμπαθείας και επειδή αρέσει κι είναι συνοριακά. Πως να μην αρέσει η Ιθάκη στο Μεσολόγγι η Κεφαλονιά στην Ιθάκη (?). Δεν έχω δίκιο?
Ο οικισμός, παραδοσιακός της Αργυρούπολης, κρύβει μικροθησαυρούς και μικρομακροεδέσματα επίσης παραδοσιακά. Ο περίγυρος του οικισμού είναι διασπαρμένος με ευρήματα από την κλασική και την βυζαντινή περίοδο ανακατεμένα με τη βουκολική άγρια ομορφιά της περιοχής. Είναι αδύνατο να φανταστείς κατά τη διαδρομή από τα Χανιά προς το χωριό, τόσα νερά να κυλούν καταρράκτες ανάμεσα από τα εκατονταετή δέντρα με τις πυκνές φυλλωσιές. Η άφιξη στην Αργυρούπολη είναι μια ευχάριστη δροσερή έκπληξη μετά τον καύσωνα του κρητικού μπάνιου σε μια από τις κοντινές παραλίες, στην Αλμυρίδα, τη Γεωργιούπολη η στη λίμνη Κουρνά. Σε ελάχιστα μέτρα από το χωριό αναβλύζουν οι πηγές της Αγίας Δύναμης καμουφλαρισμένες από δεκάδες ταβέρνες που προσφέρουν στον ίσκιο τους το φημισμένο κρητικό αντικριστό που οι ντόπιοι προτιμούν να λένε οφτό. Για όσους δεν το ξέρουν είναι παλαιικός τρόπος ψησίματος του τοπικού αμνοεριφίου, σταυρωμένο στη διχάλα ή φούρκα και αντικριστό στα κάρβουνα! Στη πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας περιγράφει ο Όμηρος ολόκληρη την ιεροτελεστία! Κι εγώ θα σας περιγράψω λοιπόν μια ταβέρνα και θα προτείνω άλλη μια η δυο, από τις θελκτικές γαστρονομικές προκλήσεις των πηγών και αφήνω στην ανιχνευτική σας περιέργεια την αναζήτηση περαιτέρω ιστορικών και μυθικών γεγονότων, συνδεδεμένων με το χώρο, όπως το μύθο των πέντε παρθένων που θα αναπαραστήστε στην ομώνυμη εκκλησούλα ή την εμπλοκή της μικρόπολης κατά τον 2º p.x αιώνα, όταν ονομαζόταν Λάππα, στον πόλεμο της Λύττου ενάντια της Κνωσού και των Αιτωλών συμμάχων της. Είναι από τις λίγες φορές που δεν θέλω να παρακάμψω καμιά από τις άλλες εξίσου καλές ταβέρνας του μαγικού μικροδάσους, αλλά είπαμε ότι ήρθαμε για κοχλιούς ή χοχλιούς μπουρμπουριστούς και σ αυτό υπερτερεί η ταβέρνα του κου Αντώνη Σμπυράκη, που λέγεται όπως και οι πηγές, ταβέρνα Αγία Δύναμις. Τλφ 2831081210, 6972274308.Το μενού μας περιλαμβάνει, πρώτα χοχλιούς και καλτσουνάκια σπιτικά, ύστερα μια χωριάτικη με φρέσκα τοπικά ζαρζαβατικά και φέτα απ την Ασή Γωνιά. Οι κρεατοφάγοι μπορούν να τελειώσουν με οφτό ή παϊδάκια χαϊδεμένα από τα ίδια κάρβουνα, κι οι ψαροφάγοι να ψαρέψουν με την αποχή μια γυαλιστερή και σφριγηλή πέστροφα που θα τους ψήσει ο μάστορας μπροστά στα μάτια τους. Με λίγο δροσερό καρπούζι που παγώνει κάτω απ τους μικροκαταρράκτες που αναβλύζουν απ τις δέκα πηγές της πλαγιάς κλείνουμε τον κύκλο μας για να ανέβουμε τα σκαλιά ως το χωριό ή για ένα περίπατο ως τη νεκρόπολη, για να βοηθήσουμε και τη χώνεψη. Στη πρώτη διαδρομή θα συναντήσουμε την άλλη διακεκριμένη ταβέρνα που λέγεται Κάστρο. Λίγο ποιό κάτω από αυτήν που γευματίσαμε, είναι η ταβέρνα Κουνδουράκη που κάποιος μου σφύριξε ότι έχει καλύτερο αντικριστό… ναι! αλλά οι Κοχλιοί του; Στο γυρισμό περνώντας απ τον Αλίκαμπο μπορούμε να επισκεφτούμε το οινοποιείο του Ανδρέα Ντουράκη που τον βράβευσαν για το λευκό γλυκόπιοτο του, euphoria.
“ Are you Cold?” Προκαλούσε μια τεράστια επιγραφή ζωγραφισμένη στην τεράστια ισόθερμη πίσω πόρτα του τρέιλερ. Και από κάτω σε γέμιζε θαλπωρή η φωτογραφία μιας ατέλειωτης αμμουδερής παραλίας, “Very very large!”, την ίδια στιγμή που το δελτίο καιρού, στο ραδιοκασέτ του αυτοκινήτου, ανακοίνωνε τον ερχομό ενός νέου μετώπου με ενενήντα κυβικά νερού ανά τετραγωνικό μέτρο.
“Are you Cold?”. Επέμενε η λεζάντα. “Νοοοοοοοuu, I´m warm, Ι´m Κρήτη! Do you know Κρήτη?”. Ωραία η παραλία σου, νταλικέρη, αλλά έχεις δει την Κρήτη; Έχεις δει τα Χανιά; Tο Ελαφονήσι, τη Γραμβούσα, τον Καλαθά. Τον Άντονι Κουίν να ζειμπεκεύει στο Σταυρό; Αυτή η εικόνα κι αυτή η νοερή απάντηση, έκρηξη υπερηφάνειας μπορώ να πω, που μου συνέβη ένα βροχερό χειμωνιάτικο πρωινό πηγαίνοντας στη δουλειά, μου έρχεται στη θύμηση, κάθε φορά που νοσταλγώ τη Κρήτη και τα Χανιά. Κι όπως είναι η συνήθεια μου να πετάγομαι από το ένα θέμα στο άλλο, και μιας που αναφέραμε νωρίς νωρίς το Ελαφονήσι, ας ξυπνήσουμε “νωρίς” για την εκδρομή μας, σαν τους εκατοντάδες τουρίστες που βάζουν ρότα καθημερινά για την κρητική καραϊβική παραλία.
Μιας και δεν είμαστε απ αυτούς που ξημεροβραδιάζονται με μια ομπρέλα και μια πετσέτα κάτω απ τα λιγοστά δέντρα της παραλίας, προτιμούμε να συνδυάσουμε στην ίδια εκδρομή δυό από τις φανταστικές παραλίες της επαρχίας. Γι’ αυτό πάμε από τον παραλιακό δρόμο για να περάσουμε πρώτα από τα Φαλάσαρνα. Διαλέγουμε την ποιό ήρεμη ημέρα, εκλιπαρώντας άνεμο ανατολικό, με λιγότερα από τρία μποφόρ, για να απολαύσουμε όσο γίνεται ειρηνικότερα τα δυτικά κύματα του Αιγαίου, εκεί που προσπαθεί να σμίξει με το Λιβυκό. Στην ελκυστική παραλία παίρνουμε το πρώτο δροσιστικό μας μπάνιο και… Μια στιγμή! Kαι μετά; τι άλλο; Αααα, είπαμε να πάμε με τους τουρίστες, αλλά όχι να τους ακολουθήσουμε σε όλα και να ξοδέψουμε το χρόνο μας μεταξύ πετσέτας οσμής αυγολέμονου από τις κρέμες “factor 80”, για skin κόκκινοκάβουρo, και αγγλιστί γεύμα hot dog με κέτσαπ, στο μπιτσμπαράδικο κρομμυδοποιείο της κάθε παραλίας! Πως μπορούμε να αγνοήσουμε την πανάρχαια πόλη των Φαλάσαρνων, που κείτεται στα 300 μέτρα κάτω απ´τον σαραντάβαθμο κρητικό ήλιο. Το δυτικότερο και σημαντικότερο λιμάνι της Μινωικής Κρήτης και το αξιολογότερο της Ελληνιστικής περιόδου. Μετά την προσφορά στους προγόνους, θα πάμε και στην παχιά άμμο. Με την αλευρωμένη χρυσή άμμο που καθρεφτίζει στο βάθος των υαλωδών υδάτων! Στα βουκολικά ετήσια ημερολόγια, εναλλασσόμενη με το γειτονικό Ελαφονήσι περιλαμβάνεται χρόνο με το χρόνο στις δέκα πρώτες ευρωπαϊκές παραλίες. Τα δυο τρία μπαράκια της περιοχής προσφέρονται για απόλαυση του μοναδικού ηλιοβασιλέματος, κάτω από την επήρεια μιας κρητικής ρακής που λυπάμαι να αναφέρω ότι δεν φτάνει στην απογείωση αυτής του Νεκτάριου! Πως να το κάνουμε!
Κρατάμε λοιπόν την όρεξη μας, σωματική και πνευματική, για το Ελαφονήσι. Η για να ακριβολογούμε, σχετικά με την σαρκική ανάγκη, λίγο πριν το Ελαφονήσι. Φάτσα εικονογραφία στην μονή της Χρυσοσκαλίτισσας. Αυτή είναι η πρόταση. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο η νύχτα ορμάει στις κρητικές κοιλάδες αργά, πολύ αργά. Μέχρι τις δέκα δεν πέφτουν τα τσίνορα της θεϊκής “Νυξ”. Κρατάμε μολύβι και χαρτί και υπολογίζουμε: Αν αναχωρήσουμε από Φαλάσαρνα κατά τη μία, μπορούμε να φτάσουμε την ώρα του φαγητού στη ταβέρνα Ζέφυρος, μεταξύ Kαλουδιανών και Χρυσοσκαλίτισσας, τλφ.28220 61250. Η δύσβατη ορεινή διαδρομή, αετίζοντας πάνω από κρημνούς και παραλίες, θα μας κρατήσει αποσβολωμένους μέχρι να αντικρύσουμε από κοντά την επιβλητική άποψη της Μονής που φυλάγει κατάβαθα καθώς λένε μια επίχρυση χιλιόχρονη εικόνα. Από την Ταβέρνα, τόσο η μονή όσο και το μαγευτικό τοπίο, ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας καθώς δοκιμάζουμε τα σπιτικά εδέσματα της Κας Μαρίας. Στο φούρνο ή στη χύτρα θα μας αρέσουν όλα, χωρίς να πλήξουν την ταλανισμένη οικονομία μας. Από γεμιστά σε παστίτσιο κι από μουσακά σε πίτες με αυθεντικό μοτίβο. Το καΐκι που θα δείτε από την ταράτσα, δεμένο στον κολπίσκο, τους προμηθεύει φρέσκα ψάρια. Το κρασί είναι σωστό, χωρίς εξαιρετικότητα, και καλύτερη η ρακί του. Προσοχή στον υπερρεαλιστικό νεαρό καμαρότο μινωικής προέλευσης, γιατί θα σας προτείνει να τον φιλοξενήσετε έστω μια εβδομάδα μετά το πέρας της τουριστικής περιόδου, στον τόπο διαμονής σας! Βλέπετε αν και όλοι μας μπορούμε να ευχαριστηθούμε μια μέρα ηλιόλουστη κι ονειρεμένη σ αυτά τα μήκη, ο χειμώνας στην ακριτική μας Κρήτη είναι μακριός και κοπιώδης!
Τέλος των πάντων, πέντε χιλιόμετρα νοτιότερα, μας περιμένει ο γήινος διάβροχος παράδεισος. Το σαγηνευτικό Ελαφονήσι. Τα κοσμητικά επίθετα που έχει συλλέξει αυτή η μοναδική στην Ευρώπη παραλία, με περιορίζουν για να της αποθέσω πιότερα στολίδια και κοσμήματα. Εξ άλλου μ αυτό ασχολούνται όπως συχνά επαναλαμβάνω, οι καλλίτεροι τουριστικοί αγωγοί. Εμείς προσπαθούμε να δούμε μ’ άλλα μάτια, να απολαύσουμε άλλες ηδονές, να αισθανθούμε άλλες συγκινήσεις, να βιώσουμε άλλα συναισθήματα. Περπατώντας με γυμνά πόδια το αβαθή περιχυτό της πέπλο που ενώνει τις ξέρες με τη νησίδα, κρησαρίζοντας την ροδόχρωμη άμμο που ζωγραφίζει το νερό τριανταφυλλί, στροβιλιζόμενοι ανάμεσα απ’ το μπλε ρουά και το βεραμάν της αισθησιακής αυλαίας που καθρεφτίζεται στον ορίζοντα. Και εκεί, γύρω στις οκτώ και τριάντα επτά λεπτά, μετά από δεκατέσσερις ώρες και έντεκα λεπτά ηλιοφάνειας, ξημερώνοντας τριάντα μια του Ιούλη, με το σώμα ύπτιο πάνω στο βελούδινο ένδυμα της γης, αφήνουμε το κοκκινόχρους του κοσμοκρατορικού άστρου να σεργιανίσει ανάλαφρα πάνω απ τα βλέφαρα μας, έως ότου χαθεί στη γραμμή του ορίζοντα, τυλιγμένο τώρα σ’ ένα έντονο πορφυρό με μελαχρινές ανταύγειες. Για τους αθεράπευτα ρομαντικούς που θέλουν να απολαύσουν με τον ίδιο τρόπο την ώρα που ο παντοδύναμος ανατέλλει την επαύριον κατρακυλώντας απ τις Μαδάρες, ακριβώς στις έξη και σαράντα επτά λεπτά, μπορούν να ρωτήσουν για ενοικιασμένα δωμάτια στους κοντινούς οικισμούς. Στο Ελαφονήσι φτάνει και πλοιάριο με λουόμενους από την Παλαιοχώρα, τους καλοκαιρινούς μήνες, που πιθανόν να παίρνουν επιβάτες στην επιστροφή. Αλλά για τους εραστές της υπαίθριας ηρεμίας και της ποιμενικής περιπέτειας, με γερά πόδια και έμφυτη αντοχή, που μπορούν να ταυτίζονται με τους ίδιους αθεράπευτους ρομαντικούς, έχω να τους προτείνω Ε4! Το μονοπάτι των ασίκηδων, το μονοπάτι των μοναχικών γιαλών και των αρμυρισμένων βράχων, που οδηγάει θαρρετά στο δάσος των κέδρων. Το Ε4 είναι το τέλος της ευρωπαϊκής περιπατητικής διαδρομής που ξεκινά από την Πορτογαλία και καταλήγει στην Κρήτη. Μετά το Κεδρόδασος ανηφορίζει, ακροπατεί, κατηφορίζει, περιφέρεται ακρογιαλιές και δελεαστικά χωριά σαν την Παλαιοχώρα, τη Σούγια και τα Σφακιά, αρχαίες πόλεις και ναούς όπως η Βιένα και η Λίσσος, και χάνεται εγκαταλείποντας τα Χανιώτικα χωριά στο δρόμο για την Ζάκρο. Τώρα για να λέμε και την αλήθεια άλλο η διήγηση κι άλλο η πράξη. Έξαλλου, τι θα κάνουμε το ενοικιασμένο αμάξι που φέρνουμε μαζί; Γι’ αυτό, λέω εγώ, να πάνε οι ποιο λεβέντες ως το Κεδρόδασος, και να γυρίσουν, για να φύγουμε όλοι μαζί για τα Χανιά, απ το δρόμο του Τοπολιότικου φαραγγιού, γιατί οι καλοκαιρινές νύχτες στη πόλη είναι θεσπέσιες!
Ένας απλός περίπατος από το ξενοδοχείο Porto Veneziano, μέχρι το τέλος της ακτής Κουντουριώτη, θα εμφανίσει μπρος στα έκπληκτα μάτια του επισκέπτη, ένα από τα ποιο όμορφα κομμάτια της πόλης, αλλά και της Ελλάδας. Γιατί είναι ελάχιστοι αυτοί που αρνούνται ότι τα Χανιά, είναι μια από τις τρεις ποιο όμορφες πόλεις της Ελλάδας. Και το ενετικό λιμάνι το στεφάνι ελιάς που ενθρονίζει τον νικητή. Με το που θα πατήσουμε πόδι στην προκυμαία και αρχίσουμε τον περίπατο οι πειρασμοί πολλαπλασιάζονται. Στο πρώτο κομμάτι, στην ακτή ενώσεως μας πλημυρίζουν οι μυρουδιές απ’ τις ταβέρνες και τα ουζερί, στο δεύτερο στην ακτή Τομπάζη, η κουλτούρα μπλέκεται με την ανατολίτικη μυρουδιά του καφέ και το λεμονί των κοκτέιλ. Στο τρίτο, στην ακτή Κουντουριώτη, υπερισχύει η μέντα, το καϊμάκι και η απαλή μυρουδιά φρούτων που συνοδεύει το δροσιστικό παγωτό. Κι ανάμεσα, τα βενετσιάνικα νεώρια, το παλιό τελωνείο, τα τουριστικά κότερα και ιστιοφόρα δεμένα στο μουράγιο, το Γιαλί Τζαμισί που λειτουργεί σαν χώρος εκθέσεων, το κάστρο Φιρκά, το ναυτικό μουσείο… Εκεί που ξεψυχά η Τομπάζη και παίρνει ζωή η Κουντουριώτη ξεκινά η πολύβουη αλλά ευφραντική οδός Χάληδων. Οι κλάδοι ελαίας της βρίσκονται, η μια εκ δεξιών, το αρχαιολογικό μουσείο, η δε άλλη εξ αριστερών, η μητρόπολη της πόλης. Το μουσείο, λιτό αλλά εκπληκτικά σαγηνευτικό, έχει την κορώνα του στο ίδιο κτίριο όπου στεγάζεται. Η μητρόπολη χρωστά την έλξη της στο περιβάλλον που τη ζώνει. Αλλά η Χάληδων, με τους παράδρομους της, που είναι η ψυχή από τα παλιά στιβανάδικα, έχει να προσφέρει ακόμα, την οικία/μουσείο του Ε. Βενιζέλου, την καθολική εκκλησία και το λαογραφικό μουσείο, μισοκρυμμένα σε μια από τις κουκλίστικες γωνίες της περιοχής, την πινακοθήκη, και πλήθος μαγαζάκια με σουβενίρ και μπαράκια με δροσιστικά αναψυκτικά και παγωτά. Αριστερά, δεξιά και πίσω από την μητρόπολη, στα στενάκια που απάρτιζαν τα στιβανάδικα, ο συρφετός των τουριστών είναι συνεχές. Στα τρία σοκάκια που ενώνουν την Καραολή και Δημητρίου με την πλατεία Αθηναγόρα όπου βρίσκεται η εκκλησία, διάφορα παλιά ερειπωμένα κτίρια έχουν μετατραπεί σε ιδιόρρυθμες και περιζήτητες ταβέρνες. Μετά από την εμφάνιση των πρωτοτύπων, σιγά σιγά, πλήθυνε κι αλλού ο αριθμός παρομοίων ταβερνών όπου η τέρψη είναι βασιζόμενη περισσότερο στο ρομαντισμό και το πρωτόγνωρο, παρά στην ποιότητα του φαγητού τους. Σ’ αυτή τη περίπτωση προτιμώ να διαλέξουμε για σήμερα, μια άλλη ταβέρνα πολύ κοντά στα μαχαιράδικα, στο δρόμο Σήφακα, με μια ωραία αυλή και χαλκόχρωμα χαλάσματα, μεζέδες δίχως ξεχωριστές αξιώσεις, καλό χύμα κρασί, σωστή τσικουδιά, αλλά με την αυθεντική συνοδεία δυο μπουζουκιών και μιας κιθάρας που κυριαρχούν, αυτή τη φορά, των γαστρονομικών απαιτήσεων. Και που ξέρεις, μπορεί να τύχει να συνγευματίσεις με τον Vigo Mortensen που γύρισε ταινία σ’ αυτό το ίδιο περιβάλλον. www.adespotochania.gr, Τλφ. 28210 51582, και 6937151394. Και μιας που συστήσαμε μια πνευματικής τέρψης ταβέρνα ερειπίων και οι φίλοι με έχουν για ακόρεστο γαστρίμαργο, ας αναδράμουμε σε δυο-τρεις από τις εξαίσιες κρητικές τερψιλαρύγγιες εκπλήξεις.
Πρώτος και καλύτερος ο Χρυσόστομος. Όχι επειδή έγινε πλέον διάσημος, τον ξέραμε από καιρό, αλλά γιατί εκεί μπορείς να φας τις καλύτερες σφακιανές πίτες, (Εκπληκτικής Εξαιρέσεως η καντίνα στο βουνό, στ’ αριστερά της τρίτης σήραγγας, στο δρόμο από Ίμπρο για Σφακιά πάνω απ το φαράγγι με την απέραντη θέα, όπου ο νεαρός ιδιοκτήτης φέρνει και σερβίρει πίτες της μάνας του, που όποιος έχει επιχειρηματικό μυαλό θα τις έκανε δικαιοχρησία). Πίσω στο Χρυσόστομο, με πολύ λίγα χρήματα για την φήμη του, θα φάμε υπέροχα. Πρώτα γιατί είναι αδύνατο να αφήσουμε το ξυλοφουρνισμένο καρβέλι με κρητικό ελαιόλαδο και ελιές απ’ τα χέρια μας, όσο να έρθουν ο ντάκος, οι πίτες, το οφτό στο φούρνο και τα τσιγαριστά. Απ τις σαλάτες διαλέξαμε αυτή με το ωμό σταμναγκάθι. Τα κρασιά του είναι διαλεγμένα και η τσικουδιά μερισμένη. Η διεύθυνση στο τρίγωνο των γεύσεων> Δευκαλίωνος και Ικάρων. Τλφ 28210 57035 . Όταν πάτε στα Σφακιά, ιδιαίτερα οι λεβέντες της Ε4, ρωτήστε για το απρόσβλητο πρώτο ταβερνείο του Χρυσόστομου.
Δεύτερη πρόταση, επίσης συμβατική, το θαλασσινό αγέρι, λίγο απόμακρα από το λιμάνι, αλλά όταν θες φρέσκο ψάρι αξίζει λίγο περπάτημα. Αν παρ όλα αυτά δεν θέλουμε να απαρνηθούμε την βενετική κληρονομιά, δίπλα στο ξενοδοχείο είναι η πρώτη ταβέρνα του Αποστόλη, που ξοδεύοντας κάτι παραπάνω και εξερευνώντας τα συρτάρια με τον πάγο, μπορούμε να πετύχουμε τον ροφό της ζωής μας. Για το ψήσιμο δεν υπάρχει πρόβλημα, είναι μαστόροι οι κρητικοί. Για το κρασί συμβουλευτείτε τον καμαρότο που έχει βαθιές γνώσεις σουμελιέρ, θα ευχαριστηθεί πολύ να σας προτείνει κάτι διαφορετικό. Το καρνάγιο, άλλη πορτοβενετσιάνικη ταβέρνα προσεχής στον χώρο διαμονής, διαθέτει μια αξιόλογη και σωστή προσφορά κρητικής κουζίνας. Αλλά μην διστάσετε να δοκιμάσετε κι άλλους χώρους, γιατί τα Χανιά είναι μια πλούσια γαστρονομική ετικέτα! Εγώ με το να προτείνω ένα ρεστοράν, ένα ουζερί, μια ταβέρνα για κάθε μέρα από την εβδομάδα των διακοπών έχω εκπληρώσει το καθήκον αλλά και το καπρίτσιο μου. Εξ άλλου αύριο μας περιμένει το Ακρωτήρι, ο Καλαθάς, ο Σταυρός και οι κολυμβήτριες χήνες στο Μαράθι.
Το πρώτο που πρέπει να μελετήσουμε πριν αφήσουμε το κατάλυμα μας για την εκδρομή, είναι το δελτίο καιρού. Για να πούμε την αλήθεια το δελτία καιρού πρέπει να είναι η πρώτη μας απασχόληση κάθε πρωί την ώρα του προγεύματος. Υπάρχει μια σελίδα του meteosat.gr, η meteo.gr, που αναφέρεται στους ιστιοπλοϊκούς χάρτες. Για όσους, και είναι απλούστατο, ξέρουν να τους ερμηνεύουν, η επιτυχία επιλογής είναι σιγουρεμένη σχεδόν στο απόλυτο. Όσον αφορά την ημέρα μας στο ακρωτήρι η εκλογή είναι εύκολη. Αν οι άνεμοι είναι ανατολικοί θα πάρουμε το μπάνιο στον Καλαθά. Αν είναι δυτικοί στο Μαράθι. Έτσι κι αλλιώς η διαδρομή μας θα ξεκινήσει από αριστερά στα δεξιά όπως οι δείκτες του ρολογιού . Αλλά ας την κάνουμε ποιο ολοκληρωμένη. Σήμερα ας αποφύγουμε για μοναδική φορά το πρωινό του ξενοδοχείου κι ας πάμε για μια ελληνικότατη μπουγάτσα, με κρητικό ανθότυρο η πυχτόγαλο, στου Ιορδάνη, Αποκορώνου 24, μπροστά από την πανέμορφη αγορά. Με τέτοιο έδεσμα ο καφές θα μας φανεί νέκταρ. Από κει πισωγυρίζοντας ελάχιστα παίρνουμε την Ε. Βενιζέλου και πάμε διεύθυνση προς Αεροδρόμιο. Περνούμε τη Χαλέπα, τους τάφους των Βενιζέλων και γυρνώντας αριστερά, αφήνοντας πίσω τις εγκαταστάσεις του πολυτεχνείου πορευόμαστε προς την μικρή και κατακάθαρη παραλία του Καλαθά. Είπαμε, αν οι άνεμοι δεν είναι ισχυροί δυτικοί. Στον μικρό κολπίσκο με την συμπαγή κίτρινη άμμος υπάρχει ένα μικροσκοπικό βραχονήσι που μπορούμε να φτάσουμε κολυμπώντας χωρίς να είμαστε Jhonny Weissmuller. Το περίεργο είναι ότι στους περισσότερους χάρτες συμπεριλαμβανόμενου και του google η νησίδα δεν εμφανίζεται. Καλύτερα! Κάποια καλή μάγισσα προστατεύει ένα κομμάτι απ’ την γοητεία της. Για τα δυο μπαράκια ουδέν σχόλιο. Επόμενος σταθμός προς βορρά, το μικρό και αραιοσπαρμένο χωριουδάκι του Σταυρού. Ένα παράξενο τοπίο χωρίς ιδιαίτερη ομορφιά, αλλά με την αρρενωπή βαριά σκιά του Άντονι Κουίν να το σκεπάζει σε μια χορευτική πόζα χασάπικου. Ως προς τη γαστρονομία ισχύει με ακρίβεια το προηγούμενο σχόλιο. Αφήνουμε τον Αλέξη Ζορμπά να τον δουν και να τον διαβάσουν οι επόμενοι κι από τον εσωτερικό δρόμο ψάχνουμε το Βενετσιάνικο μοναστήρι της Αγίας τριάδας, της αρχής του 16ου αιώνα, παράξενο στολίδι μες στο ξερακιανό τοπίο, όαση για να δροσιστούμε και να ξεκουράσουμε το πνεύμα και το κορμί. Ξεχωρίζει ο μικρός ναΐσκος στην αυλή και το καθολικό της. Στο φευγιό αγοράζουμε κρασί του συνεταιρισμού, λάδι και σουβενίρ. Διευθυνόμαστε προς τον αερολιμένα και φτάνοντας στο σταυροδρόμι των Ανεμόμυλων, παίρνουμε τα ζερβά για να καταλήξουμε στις δίδυμες παραλίες στο Μαράθι. Η δεξιά παραλία με τη ψιλή άμμο, είναι η αγαπημένη των ντόπιων. Εμείς πάμε στην αριστερή με τις πέτρες, γιατί από τις ψάθινες ομπρέλες ειρηνοποιούμε την όραση, με την επαφή του δίπατου άσπρου σπιτιού που έχει το ένα του πόδι στα κύματα και φόντο δυο-τρία μικρονήσσια και τον κόλπο της Σούδας, και γιατί στο ταπεινό μπαράκι του, έχουμε ανακαλύψει φανταστικό λιαστό χταπόδι στα κάρβουνα. Επί πλέον αν ο νεαρός ψαράς της οικογένειας έχει τύχη και όρεξη, μπορεί να μας έχει φυλάξει εξτρά, λιαστό κολιό στα ίδια κάρβουνα. Αν οι επισκέπτες μας είναι ποιο σικ και προτίμησαν την άλλη παραλία, εκεί ο “Λούκουλλος”, είναι γκαραντί. Όπως και νάνε, ο γύρος της κεφαλής του νεογέννητου χελιδονιού, όπως η κόρη μου έχει βαφτίσει εδώ και χρόνια το Ακρωτήρι, αξίζει πολύ πολύ τον κόπο κι είναι και κοντά στην πόλη που διαλέξαμε για να περάσουμε την ποιο ευχάριστη εβδομάδα της ζωής μας.
Η πόλη χτίσθηκε μυθικά σαν Κυδωνία, εξισλαμίστηκε σε Αλ Χανίμ, μετά εμφανιστήκαν τα Χανιά στη βυζαντινή εποχή της. Οι Βενετοί την οχύρωσαν, την ένδυσαν, την λάτρεψαν και τη μετέτρεψαν σ ένα υπερβολικό νεώριο, που δέσποζε κάτω απ την καινούργια της λεζάντα. “La Canea!” Σε κάθε μεταμόρφωση της η πόλη δοκιμαζόταν, υπέφερε, μεταβαλλόταν, αλλά δεν απαρνιόταν παντελώς την προηγούμενη φυσιογνωμία της. Διατήρησε έτσι τις εποχικές της συνοικίες και σπαρμένα μέσα σε κάθε μια, ένα-δυο οικόσημα απ’ την ταυτότητας προέλευσης της. Τη “τούρκικη” Σπλάντζια με το Χιουγκάρ Τζαμισί, που το μοιράζεται με τον Δομινικανό Αϊ Νικόλα, την “Οβραiκή” με τη συναγωγή της, την Βυζαντινή με τα διασπαρμένα μήκη τοιχωμάτων που τώρα είναι σπλάχνα μεταγενέστερων κτιρίων, την πανάρχαια Κυδωνία που χωράει και ζει ακόμα ολάκερη στο φραγκισκανό μοναστήρι, που ναι τώρα το αρχαιολογικό μουσείο, και τη Βενετσιάνικη που μέσα απ’ τα στολίδια της ξεχωρίζει υπεράνω όλων το δελεαστικό λιμάνι της, το Porto Veneziano. Ο πειρασμός μπορεί να σας παρασύρει να σκεφτείτε. Μια εβδομάδα στα Χανιά μήπως είναι υπερβολή; Μα ακόμα δεν είμαστε ούτε στα μισά! Δεν τελειώσαμε τις παραλίες, δεν πήγαμε για ψώνια στα δρομάκια, στην αγορά, στα στιβανάδικα. Δεν ανεβήκαμε στα δυο κάστρα, δεν είδαμε τη θέα από τον λόφο του Χαλέπα, δεν διασχίσαμε τα Χανιώτικα φαράγγια…
Τα φαράγγια είναι σήμα κατατεθέν της περιοχής. Αν και τα ποιο φημισμένα είναι: Της Σαμαριάς, που ξεκινά από τον Ομαλό και καταλήγει στην Αγία Ρούμελη /αιχμαλωτισμένο ασπροχώρι μεταξύ του λιβυκού και των λευκών ορέων/, το Τοπολιανό με τους απύθμενους γκρεμούς του, και της Ίμπρου στο δρόμο για Σφακιά και Φρανγκοκάστελο…, το ποιο κοντινό, προσιτό, προσωπικά αισθησιακό και αυτοπερπατούμενο, είναι το Θερισσιανό φαράγγι. Στα 15 περίπου χιλιόμετρα από τα Χανιά, είναι βατό και με το αυτοκίνητο. Η καλύτερη ώρα για να το επισκεφτούμε είναι λίγο πριν τη δύση του ηλίου. Με τη δροσιά κι ένα ανοικτό τζιπάκι, μπορούμε να γευτούμε οκτώ από τα ποιο εύλογα χιλιόμετρα των διακοπών μας. Και πολύ περισσότερο αν σκεφτούμε ότι στο τέλος του εμφανίζεται αναστάσιμο το μαρτυρικό χωριό της Θέρισσος, με τα ταβερνάκια και τις πλαταιίτσες, και ο “Αντάρτης” μας περιμένει με τη θράκα πυρπολημένη, γεμάτη μυρουδιές από αμνό και σύγκλινο. Ο κυρ Νίκος αν και διακοσμητικός δεν περισσεύει, όταν ο κόσμος είναι λίγος κι έχει όρεξη, για “κρητητσί” κουβεντούλα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι παρόλο που είναι η ποιο γνωστή ταβέρνα δεν είναι η καλύτερη. Μπορεί! Εγώ θα έλεγα ότι ο Λεβεντογιάννης είναι πιθανόν ποιο πλήρης και το Λημέρι έχει οικογενειακή ατμόσφαιρα και νόστιμο φαγητό. Γι’ αυτό για να μην έχουμε αψιμαχίες μιας κι είναι μεγάλη η παρέα, με πολλές γνώμες, και το τζιπ που οδηγάτε είναι για εκλεκτικές αναρριχήσεις, τότε συνεχίστε το δρόμο προς τη Ζούρβα και αγναντέψτε το ατέλειωτο των χανιώτικων κοιλάδων από το ταβερνάκι της Αιμιλίας, απολαμβάνοντας στάκα με αυγά και μαραθόπιτες, μέχρι να τσιγαριστεί ο κρητικός αμνός. Κι εφ όσον βλέπω ότι κάτι άλλο εκτός από ορειβάτες είμαστε, αντί για τις λευκές κορφές παίρνουμε δρόμο κατηφορίζοντας προς τα Χανιά απ το δρόμο που περνάει απ’ τα Μεσκλά και ανταμώνει την εθνική οδό κοντά στον Πλατανιά. Εκεί μπορείτε να επισκεφτείτε δυο από τα ποιο παράξενα και μοναδικά στο είδος τους μουσεία. Το μουσείο της Εθνικής Ελλάδος, (Γαλανόλευκος Φάρος) και το μουσείο Κατοχής. Το Κολυμβάρι για να ισορροπήσει προώθησε το μουσείο κρητικών βοτάνων, επίσης απ τα περίεργα των θεμάτων. Κλείνουμε το γαστρονομικό κεφάλαιο υπενθυμίζοντας ότι εάν παρ’ όλες τις προτάσεις, λόγο χρόνου ή ανορεξίας δεν τιμήσατε καμιά από τις προηγούμενες ταβέρνες, τότε ο γαστρονομικός μας επίλογος τιμάται να γραφτεί σε μια άλλη περίφημη ταβέρνα, γενναιόδωρη και αυθεντική παρ όλη τη πρόσφατη φήμη της. “Ο Λεβέντης”, στο δρόμο από τον Πλατανιά στα Χανιά, στο χωριουδάκι Άνω Σταλος. Τλφ 28210 68155. Νομίζατε ότι είχα ξεχάσει να σας προτείνω κάποιους φημισμένους κρητικούς μεζέδες ως τώρα. Ο τσαγκάρης στα παπούτσια του, λέγαν οι παλιοί. Το απάκι, τα καλτσούνια με κρεμμύδι αλλά και με μυζήθρα και σπανάκι, καπνιστά λουκάνικα, γλυκάδια κι αμελέτητα, ωραία φέτα, ωραία γραβιέρα με μέλι ή χωρίς, μπουρέκι, ή μπάμιες με κόκορα στραβολαίμη. Κατανύξεως υδροποσία με παρθένο ελαιόλαδο στην αρχή και σπιτικό ρακόμελο στο τέλος. Ενδιάμεσα το κρασί και η ρακί είναι ίδιας “λεβέντικης” παραγωγής, που προδίδει το καζάνι που κοσμήζει τη ταβέρνα. Εμείς το ‘χαμε βρει τυχαία πριν από κάποια χρόνια, ένα σούρουπο γυρνώντας απο Μάλεμε, κι ακόμα κρατούμε την οσμή και τις γεύσεις του στο σακουλάκι που φυλάσσονται οι αισθήσεις, εκεί κάπου μεταξύ όσφρησης και οφθαλμών.
Αυτό το βράδυ μετά από τόσες λιχουδιές, οινοποσίες και ρακοκατανύξεις δεν χωράει άλλο πια κι έτσι μετά από ένα καφεδάκι στην δροσερότερη ταράτσα του λιμανιού, που μπροστοποδιάζει το φιλόξενο ξενοδοχείο μας, πάμε ακόμα και περπατώντας για ένα τελευταίο ποτό στο Κούμ Κάπι, που τελευταία συγκεντρώνει πολλή απ τη νυχτερινή ζωή της πόλης. Η σχετική άγνοια αλλά και η δυνατότητα πολλαπλής επιλογής, δεν με προτρέπουν στο να συστήσω κάποιο συγκεκριμένο. Εξ άλλου εγώ που είμαι κομμάτι ρετρό και λάτρης του ενετικού λιμανιού, θα ‘χα ξεμείνει στην οδό Σαρπηδόνας 8, στο κούλτ “2Λουξ” αναπολώντας νεανικά σπουδαστικά χρόνια και περιμένοντας μπας και πετύχω λίγη κούλ χωρίς “τ” ζωντανή μουσική. Κι είμαι και εκατό μέτρα από το άνετο κρεβάτι μου, γιατί αύριο μας έχουν καλέσει σε μια μίνι κρουαζιέρα στη Γραμβούσα και στο Μπάλο!
Το πλοιάριο φεύγει από Κίσσαμο, και σε αφήνει όσο ποιό κοντά γίνεται στην εξωτική παραλία, στην άκρη μιας μαγικής λαγκούνας, που όσοι είναι ευαίσθητοι στα φωτόνια μικρού μήκους, καλό θα ηταν να έρθουν προετοιμασμένοι, γιατί η μπλε και τουρκουάζ ανταύγειες που εκπέμπει είναι μοιραίες… Σε αιχμαλωτίζουν για πάντα στην φιληδονία τους! Ορισμένοι προτιμούν να κάνουν τη διαδρομή με αυτοκίνητο έως ότου αντικρίσουν στο βάθος τα σιωπηλά κύματα του Μπάλου, κάτω απ’ την άκαμπτη σκιά μιας βενετσιάνικης βίγλας. Είτε έτσι είτε αλλιώς αυτό λέγεται Γραμβούσα, αυτός είναι ο μπάλος και όποιος ανακαλύψει κάτι ισόποσο, ισότιμο, παραπλήσιο, συγκρίσιμο η σχετικό, του επιστρέφουμε το αντίτιμο του τιμήματος που πλήρωσε για να μπει σ αυτόν το γήινο παράδεισο. Συγχωρήστε την αδυναμία μου αλλά μιας και στο οδοιπορικό μου log book δεν χωρούν πλέον άλλες γαλιφιές και φιλοφρονήσεις υπόσχομαι να βρω μέσω οποιουδήποτε μέσου την αντιπροσωπευτικότερη φωτογραφία και να την κρεμάσω λυχνία στο ανομολόγητο της μαγείας του Μπάλου και της Γραμβούσας.
Στο φινάλε του ταξιδιού μας, μιας και δεν ξέρω ούτε υπολόγισα αν εκπληρώσαμε τον όρο, κάθε μέρα και μια παραλία, κάθε μέρα και μια ταβέρνα, κάθε μέρα και μια….έκπληξη, προτείνω να κλείσουμε με το καθιερωμένο Κουίζ ό λεξικό προτάσεων με βάση την ποιο όμορφη πόλη της Ελλάδας κι ας μας συγχωρήσουν οι έτεροι μνηστήρες. Είμαστε σίγουροι ότι ο Οδυσσέας δεν θα άλλαζε με άλλην την Ιθάκη του αλλά αν δεν υπήρχε, σίγουρα θα ερωτευόταν τα Χανιά, η τουλάχιστον θα ‘ταν μια από τις επίσημες ερωμένες του! Αρχίζει το προμάντεμα!

-Δυο ταβέρνες που ιδιορρυθμούν: Το μουσικό Ταμάμ με το κατσικάκι ρολό στο 49 της Ζαμπελίου, και ο
ενετικός “Mύλος του Kερατά”, στον Πλατανιά με ακονισμένη σούβλα και κολοκυθανθούς.
-Ένα Pub: H Συναγωγή στην “οβραϊκή” με έντεχνη μουσική σε χαλαρά χαλάσματα.
-Δυο Κρητίκαροι: Λογιοι, Ένας Χανιώτης ο Αλέξης Μινωτής κι άλλος της Οικουμένης, Νίκος Καζαντζάκης.
-Ένα ρεστοράν: Ιταλικό και με αξιώσεις το Καρυάτις στη πλατεία Κατεχάκη. Genuino é facile.
-Δυο οινοποιεία: Για γευσιγνωσία και Ευοί-Ευάν, στο Νόστος του Μανουσάκη στο Βατόλακκο, και στου
Καραβιτάκη στα Ποντικιανά
-Ένα εργαστήρι τσικουδιάς: Πλην Νεκταρίου, ο Δασκαλάκης στων Μουσούρων το Βατόλακκο.
-Δυο χωριά: Σφακιά χωρίς λόγια, και το Κόκκινο χωριό αγναντεύοντας πανω απ’ την Αλμυρίδα.
-Ένα ουζερί: Αλλά και καφέ και ποτό στο Διαχρονικό στο Κούμ Κάπι.
-Δυο προϊόντα για τη ρεσπεντζα μας: Το παρθένο ελαιόλαδο και τη Ταυρωνίτικη γραβιέρα.
-Ένα μοναχικό άγνωστο τοπίο:…Με διακριτική διαμονή και εξαίσιο ταβερνάκι στον Ραβδούχα.
-Δυο κρητικά φαγητά: Σουπιές με σπανάκι και παρθένο λάδι κρητικό, κι η κακαβιά της Αντιγόνης!
-Ένας μελαγχολικός ποιητής… σχεδόν Χανιώτης: Ο ασυμβίβαστος, Κώστας Καρυωτάκης!
-Δυο παραλίες: Στο Φραγκοκάστελλο όταν δε φυσάει νοτιάς κι έχουν φύγει οι Δροσουλίτες, και στη
Σούγια αν θεωρείτε προνόμιο το γυμνό κορμί κι όχι πρόκληση αιδούς.
-Και μια μαντινάδα του Μουντάκη!

“Από το γαλάζιο κύμα ξεπετάχτηκες εσύ,
άστρο στην Ανατολή,
Κρήτη λεβεντογεννήτρα.
Γεια σου αθάνατο νησί
μες στο κόσμο ξακουστή,
σεβντάς και πάθη μου,
μεγάλη αγάπη μου.”

ΥΓ>
Εφ όσον ζητήσω πρώτα συγγνώμη για όλα, και όσα ξέχασα ή δεν ξέρω από τα όμορφα Χανιά, θα αφήσω υστερόγραφο ορισμένα μέρη που δεν γνωρίζω αλλά φίλοι έμπιστοι μου μίλησαν με τα καλλίτερα λόγια.
a) Για την παραλία, ορθή άμμος κοντά στο Φραγκοκάστελλο. Μιλούν με τα καλύτερα λόγια.
β) Για τη γιορτή του κάστανου στο Έλος…
γ) …και της Ντομάτας στον Πλάτανο στα Φαλάσαρνα που έχει και το ταβερνάκι του Καπτα Νικόλα.
δ) Επίσης για την Casa Delfino, Qlty ξενοδοχείο, σε μια έπαυλη άνω των τριακόσιων χρόνων.

Οδοιπορικο αναρτημενο στο aixmi-news.gr τον Ιουλιο 2015

Viaje relatado. Editado por el periódico Aixmi Julio 2015

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *