Ο ΣΙΣΥΦΟΣ κι Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ -Μια ΑΙΧΜΗ-ρή Αλληγορία για τα 24 χρονια της ΑΙΧΜΗΣ


                        Ο ΣΙΣΥΦΟΣ κι Ο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

                                               «Δεν αμύνομαι επωνυμιών, τίτλων ή πολιτικών πεποιθήσεων,

                                              αμύνομαι της ελευθερίας του λόγου σαν πολιτικό δικαίωμα»

                                                                                                                                                    R d F

                                                                                   Articulo en el periódico AIXMI del 27/12/2018

               «Μου φαινόταν πως σ’ οποιαδήποτε στιγμή, τη κάθε στιγμή θα μου ερχόταν λέξεις για να εκφράσω εκείνο που ποθούσα, το πιο ενδιαφέρον, που μόνο του θα ‘φτανε να ιστορήσει όλο το μόχθο της γης μου. Αλλά για κάποιο λόγο παράξενο θυμόμουνα μονάχα μικροπράματα, ασήμαντες ιστορίες κι άχαρες λεπτομέρειες, πρόσκαιρες, που ούτε καν κατορθώνανε να πλαστούν μ’ εκείνα τα στιφρά φλόγινα δάκρυα, και να διηγηθούν ό,τι πραγματικά ήθελα εγώ στους άλλους να διηγηθώ, δίχως να τα καταφέρνω…»

     Έφερναν γύρους στο μυαλό μου εκείνα τα λόγια που με συνέπαιρναν από μια μετάφραση που πάσχιζα να τελειώσω —με αποσπάσματα απ’ το παραμύθι, «Η λέξη» του Vladimir Nabokov— και συναντιόντουσαν με λόγια παραπλήσια απ’ την ανοιχτή συνομιλία πάνω σε κοινωνικά και πολιτιστικά του τόπου μας, που είχαμε ανοίξει εδώ και ώρες κάτω απ’ την νεκταρική ώσμωση ενός λευκού ρομπόλα, με τον εκδότη μιας μικρής αλλά δυναμικής εφημερίδας του Μεσολογγίου που εγώ τότε αγνοούσα. Η εφημερίδα λεγόταν «ΑΙΧΜΗ» κι ο εκδότης -ένα νέο παιδί με χίλια όνειρα και σιδερένια θέληση- Σωκράτης Στέλλιος.

     Η αλήθεια είναι πως ενώ εγώ προσπαθούσα να τον πείσω πως ήταν πιο ή το ίδιο σημαντικό η προβολή της αστείρευτης ιστορίας του τόπου μας, εκείνος επαναλάμβανε μια κι άλλη μια φορά πως η πρώτη και κύρια υποχρέωση του δημοσιογράφου είναι πάνω απ’ όλα να προωθεί τα γεγονότα του τόπου και να πληροφορεί όσο πιο σωστά κι αμερόληπτα γίνεται τους συμπολίτες του. Κι ύστερα ερχόταν όλα τα άλλα ασφαλώς. Τότε, δεν ήμουν σίγουρος αν το εννόησα σωστά. Σήμερα είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως αυτό ακριβώς είναι η κινητήρια δύναμη για μια εφημερίδα μιας πόλης που δεν φτάνει τις είκοσι χιλιάδες κατοίκους και που παλεύει σαν τον Προμηθέα κάθε βδομάδα για να μη σβήσει εκείνη η φωτιά που ο γιος του Τιτάνα Ιαπετού είχε κλέψει από τον αγροίκο Ήφαιστο για να δωρίσει στους ανθρώπους. Αυτή τη φλόγα της ενημέρωσης και της αλήθειας που προσπαθεί να διατηρήσει αναμμένη παρ’ όλες τις αντιξοότητες και μ’ αντάλλαγμα ένα ασήμαντο αντίτιμο, η ΑΙΧΜΗ.

     Αργότερα, όταν συνεχίστηκαν εκείνες οι “ζουρναλίστικες” φλυαρίες, μου εξιστόρησε βιώσιμα αποσπάσματα, επεισόδια κι ανέκδοτα που είχαν συμβεί στο παρελθόν γύρω απ’ αυτή την μικρή εβδομαδιαία εφημερίδα από τότε που δημιουργήθηκε απ’ τον Γιώργο Στέλλιο στις αρχές του 1995 ως τα σήμερα, Για τις κλεμμένες ώρες τις δικές του, της αδελφής του και των άλλων προμάχων της εφημερίδας. Πως οι ώρες —ιδιαίτερα απ’ όταν εγίνηκε καθημερινή μετά το 2000— δεν έφταναν για τη σχολή, το διάβασμα, την προετοιμασία της ύλης, την έκδοση, τη διανομή… Πως από κάπου θα ‘πρεπε να δανειστεί το χρόνο και συνήθως το πλήρωνε το πρωινό, το γεύμα ή ο δείπνος, το διάβασμα, η διασκέδαση ή η σχόλη του σαββατοκύριακου και της γιορτής.  

     —Τότε, αλλάζω ήρωα! —Του είπα, σε κάποια στιγμή εγκαρτέρησης.

     Όπως είχε διαβεί καιρός από την τελευταία μας συνάντηση, απόρησε.

     —Δεν καταλαβαίνω…

     —Είχα μιλήσει για τον Προμηθέα… τώρα όλα μου θυμίζουν το Σίσυφο! Τεράστιο το βάρος κι είναι κρίμα να πλακώνει τις πλάτες σου δίχως σταματημό.

     —Α, αυτό δεν με πειράζει, —μου απάντησε ήρεμα. Μ’ ενοχλεί που δεν ΤΟΝ Θωρούν! Και πιο πολύ που δεν τον εκτιμούν όσο θα ‘πρεπε. Που δεν τον νοιώθουν… αυτόν τον παράδοξο βράχο που κουβαλάω! Που δεν τον νοιώθουν. Το 2011 αναγκάστηκα να ξαλαφρώσω, ανεβαίνοντας κάθε μέρα στη κορυφή και ξανά, δίχως ανάσα. Θεώρησα πως θα συντρόφευα πιο ενεργά τον αναγνώστη επιστρέφοντας στην εβδομαδιαία έκδοση. Πιο πλούσια, πολυσέλιδη και ποιοτική. Όλες οι οικονομίες μου θυσιάζονται ακατάπαυστα στο βωμό της εξαιρετικότητας. Και φρόντισα να βρω κι ένα υπόβαθρο για ν’ ακουμπήσω τον βράχο. Αλλά δεν με πειράζει. Είμαι ταμένος από καιρό. Αντί στον άγιο… στην Αγία Δημοσιογραφία. Εκείνη που αγιάζει την καθημερινότητα των χωριανών μου.

     Μετά το 2007 και με το Σωκράτη στο πηδάλιο η εφημερίδα είχε αρχίσει τη θήρα αγνών αρθρογράφων, σχολιαστών κι ερευνητών που αγαπούσαν τον τόπο και ήταν ικανοί να δυναμιτίσουν την κοινή γνώμη. Καθ’ ένας με την δεξιοσύνη του, την συναισθηματικότητά του, την ιδιαιτερότητά του, την ευαισθησία και την διαθεσιμότητά του, αλλά με κοινό στόχο την ανάδειξη του τόπου, προσφέρονται να συνεργαστούν όπως κι όπου η εφημερίδα τους καλούσε. Εκ των έσωθι, οι συντάκτες, με επικεφαλής μια κοπελιά που υπέγραφε /ΒΒ/και που υιοθέτησε την πόλη σαν δικιά της, κι εκ των έξωθι, έννοες συνεργάτες σπουδαίου αναστήματος όπως ο συγγραφέας Νάσος Κοντοπάνος, o αθλητικογράφος Νάσος Γκούβας, κι ύστερα o Φίλιππόπουλος, ο Γ. Γεωργόπουλος, κι ιδιαίτερα η ερατεινή Κα, Σπυριδούλα Αλεξανδροπούλου. Καλλιεργημένη, ευγενική, ανεπιφύλακτη. Θυμάμαι πως την μοναδική φορά που μπόρεσα να μιλήσω με την Κα Σπυριδούλα —έστω και μέσω τηλεδιάσκεψης— μου ‘ψαλλε τον εξάψαλμο μόνο και μόνο γιατί σε κάποιο ιστορικό κείμενο τόλμησα να χρησιμοποιήσω το λατινικό χαρακτήρα ενός τοπωνυμίου. Ζάντε αντί Ζακύνθου! Της ζήτησα βέβαια συγνώμη εκ μέρους μου κι εκ μέρους της Αιχμής που είχε την τύχη να καρπώνεται τέτοιας μουσοτραφούς συνεργάτιδας! Γι’ αυτό, και προς τιμής της, τόλμησα επιτέλους ν’ αναφέρω την teleconference ως τηλεδιάσκεψη. Όπως της ταιριάζει!

     Δεν ήταν η Κα Σπυριδούλα πολιτικός, αλλιώς θα ‘μπορούσε να γίνει ο έκτος Μεσολογγίτης —Μεσολογγίτισσα για την ακρίβεια— πρωθυπουργός της χώρας, Έτσ’ είν’ η πόλη αυτή που σπάζει ρεκόρ αναλογίας. Πέντε πρωθυπουργοί για ένα άστυ μόλις 17 χιλιάδων, ένα νομό παραμερισμένο, είν’ άθλος που μόνο Αθήνες συναγωνίζονται, Κωνσταντινουπόλεις ή η πλαση ολόκερη. Λίγες πόλεις στο κόσμο αναμετριούνται με την αλμυρή ομορφιά της, λίγοι φθονούν την ανδρεία της, την θυσία και την οικουμενικότητά της. Δεν υπάρχουν τόποι πολλοί για να γεννηθούν Παλαμάδες ούτε να διαιωνισθούν οι Βύρωνες. Παν’ απ’ τη πόλη αιωρούνται λυχνάρια μαγικά σαν του Αλαντίν κι όμορφες ροές σαν των Ωκεανίδων. Τότε γιατί μια πόλη σαν αυτή να μην γαλουχήσει μια εφημερίδα όπως η ΑΙΧΜΗ;

     Ο Νάσος Γκούβας ήταν αθλητικογράφος στην εφημερίδα. Μια μέρα έγινε ένα λάθος σε κάποια αποτελέσματα αγώνων… Έτρεξαν όλη τη μέρα, πήρανε πίσω τις εφημερίδες από το τυπογραφείο και βάλθηκαν να τις διορθώσουνε με τα στυλό… Τους πήραν τα χαράματα… Όμως εκείνο το χαμόγελο, κρυμμένο πίσω απ’ τη εξάντληση και την αγρύπνια δεν μετριόντανε με χοϊκούς οβολούς.

     Κι είναι γιατί αυτό το πνεύμα, το ίδιο πνεύμα διακατέχει όλους, τους δέκα περίπου υπαλλήλους που μοχθούνε ώστε η εφημερίδα να φτάνει σ’ όλες της γωνιές του δήμου κάθε πέμπτη. Κι όπου δεν φτάνει, βρίσκεται εκεί στο διαδίκτυο η ηλεκτρονική της παρουσία —από το 2003— αποσκοπώντας να φέρει πιο κοντά στη πολη τους, στη χώρα, στο νόστο, όλους τους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες, καλώντας τους να επικοινωνήσουν με τον τόπο τους, να μεταφέρουν τις ανησυχίες του στόμα με στόμα και να συνδράμουνε στη θύμηση του.

     Πιο πρόσφατα, μου εκμυστηρεύτηκε ο Σωκράτης πως; «κάποια όνειρα κοστίζουν ακριβά και κλέβουν ευκαιρίες απ’ τον βιοπορισμό, απ’ τις καθημερνές ανάγκες της οικογένειας, και μερικές φορές έστω κι απ’ τα ελάχιστα καπρίτσια των παιδιών». Όπως πάντα είν’ ανθρώπινη η σύγκριση των ονείρων με την πραγματικότητα και της ουτοπίας με τη δόξα, γι’ αυτό είναι απερίγραπτα δύσκολο να νουθετήσεις σωστά κάποιον που σ’ ενδιαφέρει, σε τέτοιες καταστάσεις. Όμως ποιος είσαι εσύ που θα στήσεις στον τοίχο κάποιον που θυσιάζει την καλοπέραση μόνο και μόνο για να μην αφήσει τους αναγνώστες του κρεμασμένους;

     —Μετά το 2010 ξαναθυσίασα την ευημερία της οικογένειας, —πλέον εμπλουτισμένη με καινούργιο μέλος—, για την βελτίωση της εφημερίδας. Προσθέσαμε την ΑΙΧΜΗTV, υιοθετήσαμε τα social media… Είχα και την συμπαράσταση της Γεωργίας. Αλλιώς μόνος μου δεν ξέρω αν θα το άντεχα!

     —Ήταν η στιγμή να ελευθερωθείς από το βράχο που κουβαλούσε ο Σίσυφος για πάρτη σου.

     —Δίχως αμφιβολία έφυγε εκείνο το βάρος από πάνω μου. Ένοιωσα ελεύθερος, ακμαίος, με καινούργιο μπρίο. Φτάσαμε να γίνουμε το πρώτο μέσο ενημέρωσης στο νομό. Ήταν ότι πιο παρόμοιο μ’ τ’ όνειρο…

      Αλλά τα ονείρατα δεν είναι μόνο για τους ονειροπλάστες, μα γι’ αυτούς που τα ‘χουνε ανάγκη. Κι ο Αιτωλικός λαός διψασμένος για σωστή και δίκια πληροφόρηση τ’ αναζητούσε με εμμονή και κάποιος θα ‘πρεπε να συνεχίζει δίχως αναπαμό και να κρατάει γερά τα γκέμια. Κι αυτό ήταν κάτι που πάντα άγχωνε τον νεαρό εκδότη. Όλο το μήνα αγώνας κι άγχος, δευτέρα με πέμπτη πόλεμος… Και δυο μέρες μετά —δίχως ανακωχή— ξανά στον ίδιο αγώνα. Για να καταλογίσεις στο τέλος του μήνα τα κέρδη και τις απώλειες. Κι ούτε που βγαίνει το μεροκάματο. Το δίκιο απλό μεροδούλι, γιατί τ’ άλλο, το απατηλό, δεν θες να το πλησιάσεις. Είναι εφήμερο κι αδιάλλακτο, κι αν για ανάγκη τ’ αποδεχτείς το ξέρεις πως κάποια μέρα θα το πληρώσεις ακριβά, θα το επιστρέψεις με τόκους, θα διακινδυνέψεις την υπόληψη, την αμεροληψία και την ουδετεροφιλία της εφημερίδας αλλά και του προσώπου σου. Γιατί πάντα βγαίνει κουρεμένος ο “φτωχός” αμνός, ενώ ο άλλος, ο στυγνός ψαλιδωτής, αυτός ποτέ. Αλλά πως επιζείς ανάμεσα στους λύκους όταν έχεις ένα απέραντο ποίμνιο απλών ανθρώπων που περιμένουν να μην τους απογοητεύσεις… έστω κι αν η φτωχή μονέδα που κοστίζει αυτή η ταπεινή φυλλάδα δεν φτάνει ούτε για να θρέφεις τ’ όνειρο; Αλλά εσύ, σφίγγεις τα δόντια κι επιμένεις στην ΑΙΧΜΗ… Είναι κομμάτι απ’ τ’ όνειρό σου, ένα θαλερό μέλος της ύπαρξής σου, της οικογένειάς σου… της πολιτείας.

      Είχα γνωρίσει έναν εκδότη στα Χανιά, εγκάρδιο φίλο του ξενοδόχου όπου πολλές φορές καταλύσαμε ευχαρίστως κι είχαμε χτίσει μια όμορφη φιλία πριν χρόνια πολλά. Η εφημερίδα του ήταν ότι πιο κοντινό μ’ αυτή της ΑΙΧΜΗΣ αν και για να πούμε την αλήθεια της έλειπε χρώμα, κάποιες περίσσιες σελίδες, ακόμα κι εκείνη η εμπλοκή τόσων αφιλόκερδων συνεργατών που συνήθως πλημμύριζαν τις σελίδες της Αιχμής. Πριν λίγα χρόνια και σε μια από τις τελευταίες μας επισκέψεις στο νησί πληροφορήθηκα πως η αγαπημένη εφημερίδα είχε βάλει σφραγίδα και τέλος! Η καλύτερη εφημερίδα της πόλης του Αλέξη Μινωτή κατέβασε τα ρολά μετά από πάνω από ένα αιώνα ενημέρωσης! Η σκέψη μου πέταξε στο Μεσολόγγι, στην ΑΙΧΜΗ, στους αναγνώστες… Αναλογίστηκα. Τι καλότυχοι που ‘μαστε. Και πως λίγοι στ’ αλήθεια το γνωρίζουμε. Γιατί πολλές φορές παραδέχεσαι την απώλεια από κάτι ανεκτίμητο μόνο όταν το έχεις χάσει για πάντα.

     Επειδή είχαμε κάποια διαφορά στην ηλικία, κι όπως λένε πάντα:  «κάτι ξέρει παραπάνω ο διάολος σαν γέρος παρά σαν διάολος», μια ορμήνια ή μια γνώμη ποτέ δεν χάνεται, αν αναβλύζει απ’ την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη σε κάποιον. Κι επειδή ο Σωκράτης εκτός της εφημερίδας έχει και τις “ελιές” του, κάποιες φορές χρειάστηκε η χρήση μιας πιο σχετικής παραβολής.

     —Πρόσεχε το δάκο. —Τον είχα προειδοποιήσει μερικές φορές δειλά.

     Είναι το έντομο δίπτερο και μικροσκοπικό αλλά το νύγμα του είναι ότι πιο βλαβερό για τον λιόκαρπο. Είναι η κεντιά του σαν εκείνων των παράσιτων που πεταρίζουν γύρω απ’ την ορθότητα του λόγου, και προσπαθούν να διαφθείρουν την αλήθεια της πληροφόρησης που ‘ναι δικαίωμα αναμφισβήτητο κάθε ελεύθερου ανθρώπου. Πόσο μάλλον αν είσαι πολίτης της ιερής πόλης του Μεσολογγίου.

     —Ο δάκος που διανοείσαι, το ξέρω, μπορεί να βλάψει εμμένανε κι έχω σκεφτεί πολλές φορές να τα παρατήσω, όμως ποτέ δεν θ’ αφήσω να προσβάλλει την εφημερίδα. Γιατί δεν είναι μόνο δικιά μου, της οικογένειας ή της πόλης. Είναι φόρος τιμής στο δήμο ολάκερο αλλά και στο νομό μας. Στην υπηρεσία της δημοσιογραφίας. Κι αν υπήρξαν και υπάρχουνε αιχμές και άδικες επιθέσεις από ορισμένους που εκπροσωπούν το αρνητικό πολιτικό σύστημα, εμφανίζονται απ’ την άλλη πραγματικοί πολιτευτές, ατόφιοι άνθρωποι, μεγάθυμοι πολίτες,  που προάγουν την “πολιτική” και τη δημοκρατία όπως ο Μάκος Νεστοράτος. Ένας άνθρωπος που ένωνε τις καλλιτεχνικές ευαισθησίες του με την πολιτική και διατέλεσε δήμαρχος Οινιαδών για οκτώ χρόνια. Άφησε τα χνάρια του σε τούτη την περιοχή αλλά και στην εφημερίδα. Γι’ αυτούς κρατάω μετερίζι και κάθε μέρα προσπαθώ να γίνει η ΑΙΧΜΗ καλύτερη, ανανεωμένη, δημοκρατική. Για τον Κώστα Χονδρό που αγνίζει τη φιλία και τη συνεργασία μας εδώ και είκοσι τρία χρόνια, για τη Μάγδα Βελτσίστα που προσφέρθηκε μ’ όλη την αιτωλική επίνοιά της, για το Χρήστο Βλαχογιάννη, που όπως και με τις νότες του, καιροφυλαχτεί, να μας προστατεύσει από τα πιο ανεπαίσθητα ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη του τυπογραφικού μας δαίμονα.

     —Όμως η πολιτική σ’ έχει πικράνει. Το βλέπω στα λόγια σου. Φαίνεται πως ο ρομαντισμός δεν συνάδει με την ακαμψία της πολιτικής αποικίας.

     —Όντας ρομαντική η ΑΙΧΜΗ, στήριζε στην αρχή κάθε δήμαρχο κάθε πολιτευτή απ’ το νομό μας, ελπίζοντας και πιστεύοντας ότι θα κάνουν πράξη την ανάπτυξη της πόλης και του ευρύτερου χώρου.

     —Κι ύστερα;

     —Στη συνέχεια βάσει των αποτελεσμάτων και των πεπραγμένων τους γινόταν πολύ αιχμηρή και ενοχλούσε.

     —«Η δημοσιογραφία είναι τόπος πολιτικής πάλης… Αναπόφευκτα». —Όπως όμορφα διατύπωσε η Judith Butler. Τι κρίμα να σου κηρύξουν πόλεμο οι ίδιοι που την έχουνε ανάγκη.

     —Δέχθηκε η εφημερίδα μήνυση από πρώην δήμαρχο, κι από νυν βουλευτή απειλές δίχως αιτία. Κι όλα αυτά γιατί προσπαθεί να παραμείνει αδέσμευτη και θέλουν να την ψαλιδίσουν.

     —«Αν είχε ασκηθεί λογοκρισία στην αρχαία Ρώμη δεν θα είχαμε σήμερα ούτε τον Οράτιο, ούτε το Γιουβενάλη, ούτε τα φιλοσοφικά συγγράμματα του Κικέρωνα»…

     —Μ’ αρέσει η τοποθέτηση.

     —Δεν είναι δική μου αλλά του Voltaire!

     Μπορεί πολλοί να θεωρούν την δημοσιογραφία μια όμορφη απασχόληση, μια οκνηρή ευαρέσκεια, μια τέρψη ασώματη, πνευματική. Ένας λεπτουργικός κομπασμός που ηλεκτρίζει και ανατροφοδοτεί εγωισμούς. Που θρέφει ματαιοδοξίες… Όμως είναι τόσο αδιάλλακτη η συναλλαγή της, έχει τόση σκληρότητα τ’ απόσταγμα της, τόση ειλικρίνεια σταλάζει η συνεπαγωγή της. «Είν’ ένας λαός που μιλάει στον εαυτό του», κι ένα γυμνό κορμί που αντέχει σ’ όλες τις κακουχίες.

     Ώρες ατελείωτες στα τυπογραφεία, ξενύχτια πάνω στο χαρτί για να βγει σωστή η εκτύπωση, ρεπορτάζ σε κάθε χωριό, σε κάθε πόλη του δήμου. Στην ΑΙΧΜΗ ο εκδότης όταν χρειαζόταν γινόταν διανομέας κι έτρεχε την εφημερίδα από σπίτι σε σπίτι. Πικρές στενοχώριες, ατέλειωτο άγχος, κι ανάμεσα κάποιες στιγμές ελπιδοφόρες και μικρές ανέλπιστες χαρές. Κάποιες βραβεύσεις από συλλόγους, φορείς και διακρίσεις. Ένα τηλεφώνημα από τα ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών για να δηλώσουν την έκπληξή τους για την ποιότητα μιας τέτοιας μικρής εφημερίδας. Ανασασμός για να συνεχιστεί η προσπάθεια με τον ίδιο ζήλο με την ίδια αφοσίωση. Μια διαρκής προσπάθεια στήριξης αυτής της πόλης που επιβιώνει ανάμεσα απ’ τ’ αλίπεδα και τη λαγκούνα, μια διαχρονική πάλη για την ανάδειξη των ζητημάτων της. Μ’ ένα δόγμα πάντοτε στο μυαλό:

     —«Να διασωθεί ο καλώς νοούμενος «Μεσολογγιτισμός»!

      Εγώ θα ‘θελα να το ολοκληρώσω. Να του αποδώσω μαζικό χαρακτήρα, να το διευρύνω. Γιατί κάθε  -ισμός είναι οικουμενισμός. Γιατί το μέγεθος της είδησης δεν μετριέται με τον αριθμό των σελίδων ή την περιοδικότητα της έκδοσης μιας εφημερίδας. Ούτε με την ευρύτητα της πόλης ή του κράτους. Ή με την δύναμη των τραστ που κρύβουν πίσω τους οι πιο φημισμένοι τίτλοι. Μετριέται με την ισχύ του λόγου και τη ΑΙΧΜΗ της λέξης. Με την ελευθερία της έκφρασης. Με την αμερόληπτη μετάδοση των γεγονότων και το σεβασμό που θρέφει αυτή στη γνώμη των πολιτών της. Κι αποζητάει ανεπίβουλα την στήριξή τους! Γι’ αυτό ας μην αφήσουμε ποτέ να μας παρατήσουνε γυμνούς απειλώντας την ανεξαρτησία του τοπικού τύπου για δυο πινάκια “παραταξιακής” φακής. Η ελευθερία της ειδησεογραφίας είναι ολονών. Κι έτσι πρέπει να παραμείνει ο Λόγος! ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ, ΑΙΧΜΗΡΟΣ.

Dejar un Comentario

Tu dirección de correo electrónico no será publicada.